Greek Travel Pages

Πληροφορίες τοπωνυμίου

Εμφανίζονται 14 τίτλοι με αναζήτηση: Αρχαιολογικοί χώροι στην ευρύτερη περιοχή: "ΚΑΒΑΛΑ Νομός ΕΛΛΑΔΑ" .

Αρχαιολογικοί χώροι (14)

Perseus Site Catalog

ΘΑΣΟΣ (Αρχαία πόλη) ΘΑΣΟΣ


Region: Thrace
Periods: Archaic, Classical, Hellenistic, Roman, Byzantine, Modern
Type: Fortified city
Summary: Center of an island city-state.

Physical Description:
The city of Thasos (on the N coast of the island, opposite the mainland) had 2 ancient harbors, one of which was enclosed by the city's fortification system. The extant walls of Thasos date mainly to ca. 411 B.C., but rest on earlier foundations of walls demolished first by order of the Persians (491 B.C.), and again by order of the Athenians (463 B.C.). Several of the extant city gates, however, date to the earlier Archaic circuit. Within the ca. 4 km long walls of the city are a number of sanctuaries (including those to Poseidon, Artemis, Herakles and Dionysos), residential and commercial buildings, and the agora in the lower town. The agora is located at the center of the city's shore line, with a gateway to the adjacent fortified harbor. The agora was surrounded by stoas and public buildings and contained many altars and small shrines. The city walls extend to the SW to enclose the 3 summits of the acropolis where individual sanctuaries to Apollo, Athena and Pan are located. In the Roman period an odeion, basilica and monumental arch were added. The Greek theater on the slope, along the E wall of the city was remodeled by the Romans to serve as an arena.
    The island of Thasos has been inhabited since the Neolithic period. According to tradition the island takes its name from Thasos, the leader of a group of Phoenician traders who were exploiting the gold mines of the island in the Early Iron Age when the island was inhabited by a Thracian tribe. Around 680 B.C. Ionian Greeks from Paros colonized the island. Thasos reached its greatest prosperity during the Archaic and early Classical period due to its position on the sea routes, its supply of timber and marble for export, and in particular its gold mines. The island submitted to the Persians in 491 and 480 B.C. In 477 Thasos joined the Athenian controlled Delian League. The island was unsuccessful in attempts to withdraw from Athenian dominance in 464 and 411 B.C. and in 377 B.C. it joined the 2nd Athenian League. In the Hellenistic and Roman periods Thasos had little political power, but remained prosperous.
Early topographical exploration by A. Conze in 1858 and J. Bent in 1886. In 1910 the French School began excavations at the ancient city which have continued, with interruptions until the present. Research outside the city includes: excavations at the sanctuary at Aliki by J. Bent in 1886 and by the French School in 1924 and 1961-1962; excavation at a cave near the sanctuary by A. Romiopoulou in 1962; and excavations at a necropolis at Theologos by the French School in 1925.

Donald R. Keller, ed.
This text is cited Oct 2002 from The Perseus Project URL below, which contains 185 image(s), bibliography & interesting hyperlinks.


Swedish Institute at Athens

Paradeisos in Aegean Thrace
  The site was excavated for one month in 1976. It has an important strategic position on the right bank of the river Nestos (see map). Nestos today forms the border between eastern Macedonia and Thrace. Surface finds had indicated that the periods represented at the site were the Late Neolithic and Bronze Ages. The 1.7 m deep stratigraphical sequence belongs to the Late Neolithic period, however. Graphite painted pottery dominates.
  Both the archaeological finds and the radicarbon dates demonstrate that the site is contemporary with Sitagroi III: radicarbon dates 4995?5825 b.p. or the 5th millennium BC.
  The results were published as Hellstrom, P., Johnson, J., Larje, R., Reese, D. & Blennow, M.-L., Paradeisos. A Late Neolithic Settlement in Aegean Thrace (ed. by P. Hellstrom). (Medelhavsmuseet Memoir 7). Stockholm 1987. ISBN 91-7192-677-1.

Pontus Hellstrom
This text is cited Jun 2005 from The Swedish Institute at Athens URL below


Πανεπιστημιακή Ανασκαφή Φιλίππων

Αρχαία θέατρα

ΘΑΣΟΣ (Αρχαία πόλη) ΘΑΣΟΣ

Αρχαίο Θέατρο Θάσου

Στην πρωτεύουσα της Θάσου, πίσω από το παλιό λιμάνι βρίσκεται ο αρχαιολογικός χώρος του νησιού. Στην πλαγιά του πευκόφυτου λόφου δεσπόζει το αρχαίο θέατρο. Κατασκευασμένο μέσα σε μια φυσική κοιλότητα, προσκείμενο στο τείχος, ήταν εκεί από τον 5ο π.Χ. αιώνα, σύμφωνα με αυτά που πληροφορούμαστε από τον Ιπποκράτη στις "Επιδημίες". Την ίδια εποχή έδρασε και ο Ηγεμόνας κωμικός συγγραφέας και ηθοποιός, που σύμφωνα με τον Αριστοτέλη είναι ο εφευρέτης της "παρωδίας".
Τον 3ο π.Χ. αιώνα ανοικοδομείται η σκηνή του θεάτρου, η οποία είχε μαρμάρινη πρόσοψη. Είναι μια εποχή όπου η θεατρική παραγωγή βρίσκεται σε ακμή, ενώ κατά τη διάρκεια διαφόρων εορτών το θέατρο το επισκέπτονταν διάφοροι ξένοι καλλιτέχνες, όπως ο Αρίστων από τη Μίλητο που έπαιζε τον αυλό.
Δε γνωρίζουμε τη διάταξη των εδωλίων και τη μορφή της ορχήστρας κατά την κλασική εποχή. Το κοίλο που βλέπουμε σήμερα είναι έργο των ρωμαϊκών χρόνων. Τα εδώλια είναι κατασκευασμένα από κανονικούς λίθους χωρίς κυμάτια, εκτός από αυτά που βρίσκονται στο κατώτερο μέρος. Σε αρκετά εδώλια βλέπουμε χαραγμένα τα ονόματα ατόμων ή οικογενειών που τα είχαν κρατημένα.
Τον 1ο μΧ. αιώνα, το θέατρο μεταποιείται σε αρένα για τους αγώνες των μονομάχων. Υπήρχαν ομάδες επαγγελματιών αγωνιστών: ισσεδάριοι, μορμίλλονες, ρητιάριοι ενώ γίνονταν επίσης και μονομαχίες μεταξύ ζευγαριών από καβαλάρηδες. Τότε γίνονται και πολλές μετατροπές στο κτήριο της σκηνής, ενώ αφαιρούν το προσκήνιο για να ξαναπελεκήσουν τις επιφάνειες του και για να το φιλοτεχνήσουν.
Στη σύγχρονη εποχή, το θέατρο χρησιμοποιήθηκε για παραστάσεις, κυρίως κατά την διάρκεια του Φεστιβάλ Φιλίππων Νεαπόλεως και Θάσου. Ωστόσο τα τελευταία χρόνια έχει αποσπασθεί από τη διοργάνωση, εξ'αιτίας του προγράμματος ανασκαφών και αναστήλωσης του που διενεργείται. Πιστεύεται ότι στα δύο επόμενα χρόνια θα γίνει πλέον εφικτό να εντάχθει ξανά στο πρόγραμμα του φεστιβάλ.

Αρχαία ιερά

ΑΛΥΚΗ (Οικισμός) ΘΑΣΟΣ


Αρχαία λιμάνια

Αρχαίες πόλεις

ΘΑΣΟΣ (Αρχαία πόλη) ΘΑΣΟΣ

Αρχαία Θάσος

   Ο αρχαιολογικός χώρος στην περιοχή της αρχαίας πόλης. Η επίσκεψη στην αρχαία πόλη αρχίζει από το λιμάνι που φαίνεται πως διαμορφώθηκε ήδη από τον 4ο π.Χ. αι. Η αρχαία αγορά με τα παραρτήματά της βρίσκεται κοντά στο λιμάνι. Είναι περίπου τετράγωνη με πλευρά 100 μ. και ορίζεται από στοές στις τρεις πλευρές της και σύμπλεγμα κτιρίων, δημόσια, διοικητικά και θρησκευτικά κέντρα, στην τέταρτη. Η διαμόρφωση αυτής της αγοράς έγινε στα Ελληνιστικά Χρόνια και συμπληρώθηκε στη Ρωμαϊκή Εποχή. Στην αγορά υπάρχει ακόμη ιερό του Θεογένη, του Αγοραίου Δία, κυκλικός περίβολος, βωμούς και βάσεις που στήριζαν αναθήματα, στα ΒΑ βασιλική 5ου αι., ενώ λίνο προς Ν βρίσκεται η ρωμαϊκή συνοικία και το Ωδείο. Το Ωδείο, ένα μικρό θέατρο, χτίστηκε το 2ο μ.Χ. αι. στην εποχή του Αδριανού. Κοντά τους υπάρχει το πέρασμα των Θεωρών. Από εδώ δρόμος οδηγεί στο Αρτεμίσιο, με κάτοψη περιβόλου ιερού. Στα Ρωμαϊκά Χρόνια (1ο π.Χ. αι,) προστέθηκε μνημειώδες πρόπυλο. Ο περίβολος που διασώθηκε χρονολογείται στο 2ο π.Χ. αι. Στη συνέχεια βαδίζοντας προς τα Β. Φτάνουμε στο ιερό του Διονύσου, 4ου π.Χ. αι. Στα ΒΑ του ιερού βρίσκεται το θέατρο.
  Ακολουθώντας ένα δρομάκι φτάνουμε στο ιερό του Ποσειδώνα, 4ου π.Χ. αι., με κυκλικό περίβολο και βωμό σε σχήμα Π. Ο δρόμος προς τη θάλασσα οδηγεί στο Εβραιόκαστρο.Ο σύγχρονος δρόμος περνά από την πύλη της θεάς πάνω σε άρμα, με έξοχο ανάγλυφο, και την πύλη του Ερμή και των Χαρίτων. Πίσω τους έχει αποκαλυφθεί συνοικία με σπίτια από τα Αρχαϊκά ως τα Ρωμαϊκά Χρόνια . Στη συνέχεια ο δρόμος οδηγεί στο ανοιχτό λιμάνι και στο Εβραιόκαστρο, τη ΒΑ οχύρωση της πόλης. Εδώ θα υπάρχει επίσης παλαιοχριστιανική βασιλική, 5ου ή 6ου αι., χτισμένη πάνω σε αρχαίο ναό. Ακολουθώντας το τείχος φτάνουμε στο αρχαίο θέατρο της Θάσου, 3ου π.Χ, αι., με ρωμαϊκές τροποποιήσεις, ώστε να χρησιμοποιείται για θεάματα με ζώα και μονομάχους. Από το θέατρο ο δρόμος οδηγεί στην ακρόπολη με ιερό της Αθηνάς. Η ακρόπολη χτίστηκε στα Βυζαντινά Χρόνια. Στη συνέχεια φτάνουμε στη σπηλιά-ιερό του Πάνα. Ακολουθώντας πάντα το τείχος ξανακατεβαίνουμε προς τα νότια.Περνάμε την πύλη του Παρμένη και την πύλη του Σιληνού . Απομακρυνόμενοι από την πόλη ακολουθούμε τον δρόμο προς την Παναγία και συναντάμε το ιερό της Αρκούδας. Ξαναγυρίζουμε και ακολουθούμε πάλι το τείχος, ως την πύλη του Ηρακλή και του Διονύσου και την πύλη του Δία και της Ήρας. Από το σημείο αυτό μπαίνουμε στον ελαιώνα όπου βρίσκονται τα λείψανα της νεκρόπολης, Ρωμαϊκής Εποχής, με μεγάλες σαρκοφάγους, όπως αυτή του Πολιάδη κοντά στην πύλη.Ξεκινώντας πάλι από την πύλη του Δία και της Ήρας ακολουθούμε το δρόμο προς Α, προς το κέντρο της σύγχρονης κωμόπολης. Εδώ, σε ανοιχτό χώρο, ανασκάφηκε μια μεγάλη κατασκευή, το μνημείο του Θερσίλοχου, που δυστυχώς επιχωματώθηκε ξανά.
  Περίπου 30 μ. μακρύτερα, υπάρχει το ιερό του Ηρακλή, πολιούχου της Θάσου, του οποίου η λατρεία ήταν διαδεδομένη στο νησί. Το ιερό έχει πρόστυλο, βωμό, ναό του 6ου π.Χ. αι., ένα δεύτερο μικρό ιωνικό ναό και άλλα οικοδομήματα, «οίκοι» του 5ου π.Χ. αι. Δίπλα στο ιερό βρίσκεται και η θριαμβική αψίδα του Καρακάλα, Ρωμαϊκής Εποχής. Κατεβαίνοντας προς τη θάλασσα από το δρόμο της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής φτάνουμε στη μεγάλη πλατεία του Λιμένα, όπου υπάρχει μεγάλη βασιλική.

Το κείμενο παρατίθεται τον Ιούλιο 2003 από την ακόλουθη ιστοσελίδα, με φωτογραφίες, του Τεχνολογικού Εκπαιδευτικού Ιδρύματος Πειραιά


  Τα ερείπια της γνωστής, ιδιαίτερα στους ρωμαϊκούς και παλαιοχριστιανικούς χρόνους, πόλης των Φιλίππων βρίσκονται στην περιοχή της Ανατολικής Μακεδονίας. Ο Αρχαιολογικός χώρος των Φιλίππων, βρίσκεται δίπλα στην έδρα του Δήμου της Κρηνίδες και απέχει 15χλμ. από την Καβάλα και 21χλμ. από τη Δράμα.
  Περιήγηση στον αρχαιολογικό χώρο
  Ο περίβολος των τειχών ξεκινούσε από την κορυφή του λόφου, όπου η οχυρή Ακρόπολη, και προχωρώντας στις απότομες κατωφέρειες της νότιας πλαγιάς περιέκλειε στους πρόποδες του λόφου ένα τμήμα της πεδιάδας, η οποία προσφερόταν για κατοίκηση και για ανάπτυξη δημόσιων χώρων. Η αρχαιότερη φάση του περιβόλου ανάγεται στην εποχή του Φιλίππου Β' και η νεότερη στα χρόνια του Ιουστινιανού Α' (527-565 μ.Χ.). Το τείχος του Φιλίππου Β', που είναι ορατό στο ανατολικό κυρίως σκέλος και στην ακρόπολη, έχει πάχος 2,30-2,85μ. και είναι χτισμένο από μεγάλες μαρμάρινες πλίνθους κατά το ισοδομικό κυρίως σύστημα. Το συνολικό μήκος της περιμέτρου των τειχών φτάνει τα 3,5χλμ. Το τείχος ενισχύεται κατά διαστήματα από ισχυρούς πύργους. Πύργοι πλαισιώνουν επίσης τις τρεις πύλες που εντόπισαν οι ανασκαφές. Από αυτές οι δύο βρίσκονται στη δυτική πλευρά του τείχους και η τρίτη στην ανατολική. Στο σημερινό επισκέπτη είναι προσιτή μόνο η τελευταία, που ονομάζεται από τους ανασκαφείς συμβατικά πύλη της Νεάπολης, γιατί από αυτήν ξεκινά ο δρόμος που οδηγεί στο λιμάνι της Νεάπολης (σημερινής Καβάλας).
  Στην κορυφή του οχυρού λόφου, στην ακρόπολη της αρχαίας πόλης, οδηγεί το μονοπάτι που ξεκινά λίγο βορειότερα από το Μουσείο. Στον περίβολο της ακρόπολης διακρίνονται οι διάφορες οικοδομικές φάσεις των τειχών της αρχαίας πόλης. Το τείχος των βυζαντινών χρόνων είναι θεμελιωμένο πάνω στο αρχαίο τείχος της εποχής του Φιλίππου Β'. Στο εσωτερικό της ακρόπολης δεσπόζει ένας μεγάλος τετράπλευρος πύργος υστεροβυζαντινών χρόνων. Η είσοδός του βρίσκεται στα βόρεια, σε ύψος 1,50μ. πάνω από την επιφάνεια του εδάφους, για λόγους ασφαλείας. Χαρακτηριστικά είναι δύο διακοσμητικά θέματα από πλίνθους στις εξωτερικές πλευρές του πύργου: σταυρός στη νότια και ιχθυάκανθα στη δυτική πλευρά. Επιφανειακή κεραμική που έχει βρεθεί στην ακρόπολη των Φιλίππων, βεβαιώνει ότι ο λόφος κατοικούνταν ήδη από την πρώιμη εποχή του σιδήρου. Χαράγματα στο βράχο (σχηματοποιημένοι τροχοί, πλοίο), που χρονολογήθηκαν στον 5ο αι. π.Χ., μαρτυρούν επίσης την παρουσία ζωής στο λόφο πριν από την άφιξη των Θασίων αποίκων.
Η Βασιλική Α'
  Μεγάλη τρίκλιτη βασιλική με εγκάρσιο κλίτος στην ανατολική πλευρά, που χρονολογείται στο τέλος του 5ου αι. και διακρίνεται για τη μεγαλοπρέπεια του γλυπτικού διακόσμου (κιονόκρανα, επίκρανα, θωράκια). Χρονολογείται γύρω στα 500 μ.Χ. Το μέγεθος και η θέση της αποτελούν στοιχεία για να αντιληφθεί κανείς πόσο πολύ σπουδαία και λαμπρή ήταν. Έχει μήκος 136μ. και πλάτος μαζί με τα προκτίσματα της βόρειας πλευράς 50μ. Πρόκειται δηλαδή για τη μεγαλύτερη βασιλική που έχει ανασκαφεί. Στο ιερό βήμα μετά την πελώρια αψίδα της κόγχης υπήρχε τεράστιο σύνθρονο και προ αυτού στη θέση της Αγίας τράπεζας αποκαλύφθημε το εγκαίνιο με μορφή τετράγωνης τάφρου. Μέσα σε αυτήν τοποθετούσαν το μαρμάρινο ή μεταλλικό κιβώτιο που περιείχε τεμάχια ιερών λειψάνων Αγίων μαρτύρων τυλιγμένα μέσα σε ύφασμα. Στον κυρίως ναό και στα δεξιά του κεντρικού κλίτους σώζεται η βάση του μεγάλου και επιβλητικού άμβωνα. Μετά το νάρθηκα ήταν η φιάλη ή κρήνη στη μέση της αυλής, που επεκτείνονταν μέχρι τον δυτικό τοίχο, στου οποίου στη μια από τις πέντε κόγχες, τη μεσαία και υπερυψωμένη στεκόταν ο Επίσκοπος κατά το προλειτουργικό στάδιο. Η φιάλη ήταν διόροφη. Κίονες βάσταζαν τόξα διακοσμημένα και πρόσδιδαν στο τεράστιο οικοδόμημα χαρακτήρα μνημειώδη και μεγαλοπρεπή. Στη βόρεια πλευρά, μεταξύ του βορείου τοίχου του ναού και του λαξευμένου βράχου του λόφου της Ακροπόλεως, διατηρείται σε σχετικά καλή κατάσταση το βαπτιστήριο και άλλοι χώροι απαραίτητοι στην τέλεση του βαπτίσματος. Το δάπεδο του βαπτιστηρίου και των προθαλάμων ήταν στρωμένο με πλάκες πολύχρωμων μαρμάρων, ενώ οι τοίχοι καλύπτονταν με τοιχογραφίες. Από τον προθάλαμο του βαπτιστηρίου ξεκινούσε το κλιμακοστάσιο, που οδηγούσε στα υπερώα της Βασιλικής. Μετά από μια εκατονταετία λειτουργίας του ναού, πιθανόν το 600 μ.Χ. ο ναός ισοπεδώνεται μάλλον από σεισμό, χωρίς να ξανακτισθεί. Ο χώρος του βαπτιστηρίου διαμορφώθηκε σε μεταγενέστερους χρόνους σε ναϊσκο, διατηρώντας και μαρτυρώντας την ιερότητα του χώρου.
Η Βασιλική Β'
  Στη νότια πλευρά της ρωμαϊκής αγοράς είναι κτισμένος ο βόρειος τοίχος της Βασιλικής Β'. Το οικοδόμημα απομακρύνεται ως προς την αρχιτεκτονική του από τον τύπο της ελληνικής βασιλικής και πλησιάζει τον τύπο της βασιλικής με τρούλο, όπως είναι η Αγία Σοφία Κωνσταντινουπόλεως. Δύο κιονοστοιχίες με 6 κολώνες η κάθε μια χώριζαν το εσωτερικό σε τρία κλίτη, με ολικό πλάτος 31μ. Το μεσαίο κλίτος στεγαζόταν με μια μεγάλη καμάρα. Η αρχή των τόξων που την στήριζαν, φαίνεται ψηλά στους πεσσούς. Επάνω από τα πλάγια κλίτη και το νάρθηκα ήταν ο γυναικωνίτης που είχε μορφή Π. Ο μαρμάρινος στηλοβάτης του τέμπλου σώζεται στη θέση του και το ιερό στην ανατολική του πλευρά έχει μια μεγάλη ημικυκλική αψίδα. Συμμετρικά στην αψίδα του ιερού είναι κτισμένες δυο μικρές αψίδες στη Β.Α και Ν.Α γωνία της εκκλησίας, που ανήκουν στα προκτίσματα.
  Στα Β.Α βρίσκεται το βαπτιστήριο, ένα τετράγωνο δωμάτιο (6,89Χ5,57μ.). Το δάπεδό του πλακοστρωμένο άλλοτε, έχει στο μέσο μια τετράγωνη αβαθή λεκάνη (2,51Χ1,83μ.), εφοδιασμένη με αγωγό για την αποχέτευση του νερού. Το βαπτιστήριο επικοινωνεί στα ανατολικά του με ένα στενόμακρο δωμάτιο που καταλήγει σε μια μικρή αψίδα. Το δωμάτιο αυτό χρησιμοποιούνταν κατά την τελετή του βαπτίσματος και ίσως ήταν κατηχουμενείο ή χρισμάριο.
  Στη Β.Α γωνία υπάρχει χώρος που μάλλον ήταν το διακονικό της εκκλησίας κι όταν αυτή καταστράφηκε, τότε το δωμάτιο μεταβλήθηκε σε παρεκκλήσι. Τα τρία κλίτη του ναού επικοινωνούν με το νάρθηκα με τρεις εισόδους. Με τη καταστροφή της Βασιλικής, ο νάρθηκάς της που έμεινε ανέπαφος μεταβλήθηκε σε μικρή εκκλησία και με το κτίσιμο της αψίδας δημιουργήθηκε ο χώρος για το ιερό.
  Αίθριο δεν χτίστηκε αν και ετοιμάστηκε γι'αυτό ένας μεγάλος χώρος. Χωρίς αυτό, το μήκος του ναού είναι 62 περίπου μέτρα και το πλάτος του μαζί με τα προκτίσματα περίπου 47 μέτρα. Για τον αρχιτεκτονικό τύπο και τη διακόσμησή της χρησίμευσαν σαν πρότυπα οι περίφημες εκκλησίες της Κων/πολης, Αγία Σοφία και Αγία Ειρήνη. Έξοχα δείγματα διακοσμητικής τέχνης είναι τα κιονόκρανα, τα επίκρανα και τα επιθήματα. Πλατειά φύλλα ακάνθου απλωμένα στον κάλαθο του κιονόκρανου και λογής-λογής φυλοστοιχίες είναι τα διακοσμητικά θέματα. Το τρυπάνι σκάλισε τόσο βαθειά τα περιγράμματα που έκανε το μάρμαρο να μοιάζει με δαντέλα.
  Η μεγάλη και ωραία Βασιλική Β', στο κεντρικότερο σημείο της πόλης των Φιλίππων κτίσθηκε το 550 μ.Χ περίπου. Πριν όμως ολοκληρωθούν οι εξωραϊστικές εργασίες του εσωτερικού χώρου, κατέρρευσε ο τρούλος. Μένουν επιβλητικά υψωμένοι οι παράπλευροι τοίχοι να φθείρονται από τον χρόνο και τους ανθρώπους.
Το Οκτάγωνο
  Ναός Παλαιοχριστιανικός οκταγωνικού τύπου, στην ανατολική πλευρά της Αγοράς, που άρχισε να ανασκάπτεται στη δεκαετία του '60 από το Στυλιανό Πελεκανίδη, καθηγητή της Βυζαντινής αρχαιολογίας, έφερε στο φως άλλους δύο επάλληλους αρχαιότερους ναούς και καθώς συνεχίζονταν οι ανασκαφές των προκτισμάτων και κοντινών άλλων οικοδομημάτων, άρχισε να γίνεται πλέον λόγος για το συγκρότημα του Οκταγώνου. Γύρω από τον Οκταγωνικό ναό αναπτύσσονται βαπτιστήριο και άλλα προκτίσματα, δημόσιος λουτρώνας, επισκοπικό μέγαρο και αποθήκες. Στο κέντρο του συγκροτήματος διατηρείται μεγάλος τάφος μακεδονικού τύπου της ελληνιστικής εποχής.
  Στο χώρο του ναού αρχικά είχε κτισθεί στα μέσα του 4ου αι. ο Ευκτήριος Οίκος του Πορφυρίου. Αμέσως μετά πάνω στα ερείπιά του οικοδομείται τρίκλιτος Βασιλική και τον 5ο αι. το Οκτάγωνο (ορισμένες οικοδομικές φάσεις χρονολογούνται στον 6ο αι.). Σύμφωνα με επιγραφική μαρτυρία ο ναός ήταν αφιερωμένος στον Απόστολο Παύλο, γεγονός που δείχνει, μαζί με τη θέση του στο κέντρο της πόλης, δίπλα στην αγορά και την ύπαρξη παραπλεύρως του επισκοπείου, ότι ήταν ο καθεδρικός ναός των Φιλιππησίων. Στα προκτίσματα του ναού διακρίνονται, η πρόθεση, το διακονικό, το βαπτιστήριο (φωτιστήριο και κολυμβήθρα), η φιάλη (κρήνη) και άλλα συνήθη στις παλαιοχριστιανικές βασιλικές. Στα δυτικά προ του ναού υπήρχε μικρή τρίκλιτη στοά, που οδηγούσε στην κοντινή και βορείως διερχομένη Εγνατία οδό.
  Στην ίδια περίπου εποχή με την ανοικοδόμηση του Οκταγώνου, κτίζεται ανατολικά των προκτισμάτων του και το ανεξάρτητο κτιριακό συγκρότημα του επισκοπείου, στο κέντρο του οποίου υπήρχε υπαίθρια κλειστή αυλή. Γύρω απ'αυτήν αναπτύσσονται τετραγωνικά πτέρυγες διαμερισμάτων, από τις οποίες η νότια και η δυτική είχαν και υπερκείμενο όροφο, που χρησίμευε για κατοικία του εκάστοτε επισκόπου και των άλλων κληρικών. Η ύπαρξη διαμερίσματος, εστιών, πυθώνων, δυο ληνών για το πάτημα σταφυλιών, πολλών και μεγάλων αποθηκών, αιθουσών υποδοχής και συγκεντρώσεων μαρτυρούν για την καλά οργανωμένη εκκλησία των Φιλίππων γύρω από τον Επίσκοπο και το ενδιαφέρον της για τους αναξιοπαθούντες αδελφούς. Αλλωστε η εκκλησία των Φιλίππων πρωτοστατούσε σε έργα ευποιϊας από την εποχή του Αποστόλου Παύλου, όπως και η καθόλου Εκκλησία πρωτοπορούσε στην έμπρακτη εκδήλωση αγάπης και φιλανθρωπίας.
  Η Αγορά (forum), το διοικητικό κέντρο των Φιλίππων στη ρωμαϊκή εποχή βρίσκεται στο κέντρο της αρχαίας πόλης ανάμεσα σε δύο μεγάλους παράλληλους πλακόστρωτους δρόμους, από τους οποίους ο βόρειος έχει ταυτιστεί με την αρχαία Εγνατία οδό.
  Η οδός αυτή συνέδεε δύο πύλες των τειχών της πόλης και αποτέλεσε τον decumanus maximus της ρωμαϊκής αποικίας. Η αρχαιότερη φάση της ρωμαϊκής αγοράς των Φιλίππων χρονολογείται στον 1ο αι. μ.Χ., στην ιουλιοκλαυδιανή περίοδο και έχει χτιστεί πάνω σε κτίρια της πόλης των ελληνιστικών και πρώιμων ρωμαϊκών χρόνων. Η αγορά είναι ένα ενιαία σχεδιασμένο συγκρότημα δημόσιων κτιρίων, που οργανώνονται γύρω από μία κεντρική πλατεία με μνημειακότερα κτίσματα τον ανατολικό ναό αφιερωμένο στην αυτοκρατορική λατρεία και το δυτικό ναό, ή curia. Στην εποχή των Αντωνίνων, περίοδο μεγάλης άνθησης για τη ρωμαϊκή αποικία των Φιλίππων, χτίστηκε στην ίδια θέση ένα νέο forum στα χρόνιατου ρωμαίου αυτοκράτορα Μάρκου Αυρήλιου (161-187 μ.Χ.). Στο forum της εποχής των Αντωνίνων διατηρήθηκε η αρχική κεντρική πλατεία, γύρω, ωστόσο, από αυτή χτίστηκαν νέα κτίρια, πολύ πιο μνημειακά, τα ερείπια των οποίων δεσπόζουν σήμερα στον αρχαιολογικό χώρο.
  Στα δυτικά της παλαιοχριστιανικής Βασιλικής Β' οι ανασκαφές έχουν αποκαλύψει τα ερείπια της παλαίστρας που χρονολογείται στο 2ο αι. μ.Χ. Το κτίριο επικοινωνούσε με τη μεγάλη Εμπορική οδό. Η περίστυλη κεντρική αυλή ήταν χώρος ασκήσεων. Στα δυτικά υπήρχαν δωμάτια και στα ανατολικά ένα μικρό αμφιθέατρο με επτά σειρές εδωλίων. Ο καλύτερα διατηρημένος χώρος είναι οι βεσπασιανές στη νοτιοανατολική γωνία του κτιρίου. Με κλίμακα, από την οποία σώζονται εννέα βαθμίδες, κατεβαίνουμε σ'έναν προθάλαμο που οδηγεί στην αίθουσα των βεσπασιανών. Στις τρεις πλευρές της αίθουσας υπάρχει συνεχόμενο έδρανο με 42 κυκλικές οπές. Κάτω από το έδρανο υπάρχει βαθιά υπόνομος με συνεχή ροή νερού, με την οποία εξασφαλιζόταν η μόνιμη καθαριότητα του χώρου. Το κτιριακό συγκρότημα της παλαίστρας χτίστηκε στα μέσα του 2ου αι. μ.Χ. και καταστράφηκε με το τέλος της αρχαίας πόλης και την ανέγερση της παλαιοχριστιανικής Βασιλικής Β' στην περιοχή αυτή.
Κτιριακό συγκρότημα
  (Θέρμες-Λέσχη) Το κτιριακό αυτό συγκρότημα βρίσκεται στα νοτιοανατολικά της παλαίστρας και της Βασιλικής Β', κοντά στο νότιο τείχος της πόλης. Είναι μια ορθογώνια οικοδομή, με μνημειακή είσοδο στα βόρεια, που χωρίζεται από μία κεντρική αυλή σε δύο πτέρυγες. Στην ανατολική υπάρχουν αίθουσες συγκεντρώσεων και αναψυχής, ενώ στη δυτική βρίσκονταν τα διαμερίσματα του λουτρού και οι εγκαταστάσεις για τη θέρμανση του νερού. Στην ανατολική ξεχωρίζουν δύο μεγάλες αίθουσες με πισίνες στο κέντρο. Το δάπεδο της αψιδωτής αίθουσας διακοσμούνταν με ένα θαυμάσιο ψηφιδωτό, τμήματα του οποίου σώζονται στο Μουσείο των Φιλίππων. Στη δυτική πτέρυγα υπήρχε μία αντίστοιχη μεγάλη αίθουσα με δεξαμενή και κρήνη. Το κτιριακό αυτό συγκρότημα, που χτίστηκε στα μέσα του 3ου αι. μ.Χ., πιστεύεται ότι στην πρώτη φάση του υπήρξε και ιερό των θεών Liber Pater,Libera και Ηρακλή. Η καταστροφή του κτιρίου πιθανότατα σχετίζεται με τις επιδρομές των Γότθων, που χρονολογούνται μετά το 378 μ.Χ. Στα ερείπια του εγκαταλειμμένου κτιρίου εγκαταστάθηκαν από τα τέλη του 4ου αι. μ.Χ. τοπικά εργαστήρια (π.χ. μεταλλουργίας κ.ά.), η ζωή των οποίων συνεχίστηκε ως τις αρχές του 7ου αι. μ.Χ. Στην τελευταία φάση του κτιρίου πρέπει πιθανότατα να χρονολογηθεί και το κυκλικό κτίσμα (καμίνι;) στην εσωτερική αυλή.
Μνημείο του C. Vibius Quartus
  Στα ανατολικά όρια του σύγχρονου χωριού των Κρηνίδων σώζεται το μνημείο του Ρωμαίου βετεράνου αξιωματούχου C. Vibius Quartus. Το μνημείο υψωνόταν στη βόρεια παρειά της Ρωμαϊκής Εγνατίας οδού , της οποίας πιθανώς υπήρχε σταθμός στη θέση αυτή αναφερόμενος ως Co Fons (πηγή νερού) στα ρωμαϊκά itineraria. Η πηγή του νερού αυτής της περιοχής, τροφοδοτεί και σήμερα το σύγχρονο χωριό, μαζί με το παρακείμενο έλος, το οποίο αποτελεί τμήμα του μεγάλου έλους της πεδιάδας των Φιλίππων που έχει αποξηρανθεί. Η παρουσία του σύγχρονου δρόμου, που ακολουθεί την πορεία της Εγνατίας οδού, ο γειτονικός λόφος του προϊστορικού οικισμού και το επιβλητικό μνημείο του ρωμαίου στρατιωτικού διατηρούν σημαντικά στοιχεία αυθεντικότητας του αρχαίου ιστορικού τοπίου και του περιβάλλοντος χώρου, παρά τις αλλοιώσεις που η σύγχρονη ζωή έχει επιφέρει. Το ελληνικό τοπωνύμιο της περιοχής "Μεγάλο Λιθάρι", όπως και το τουρκικό "Ντικιλί Τας", που αναφέρονται από το Γάλλο περιηγητή-αρχαιολόγο L. Heuzey, ο οποίος επισκέφθηκε την περιοχή στα 1862, προέρχονται από τον τεράστιο σε όγκο μνημείο, που σώθηκε σχεδόν άθικτο από την αρχαιότητα. Οι μοναδικές αλλοιώσεις του μνημείου εμφανίζονται στο κάτω τμήμα του, που είναι φθαρμένο, εξαιτίας της λαϊκής παράδοσης που το συνδέει με τον Μέγα Αλέξανδρο. Το μνημείο ονομαζόταν στην εποχή της τουρκοκρατίας Παχνί του Βουκεφάλα και τη σκόνη από το τριμμένο μάρμαρο του έπιναν οι γυναίκες για να γεννήσουν παιδιά αρσενικά, γερά σαν τον Μέγα Αλέξανδρο.
Προϊστορικός οικισμός Μεγάλο Λιθάρι ή Ντικιλί Τας
  Ακολουθώντας το μικρό μονοπάτι δίπλα στο έλος φτάνει κανείς στο λόφο του προϊστορικού οικισμού, η συστηματική ανασκαφική έρευνα του οποίου άρχισε στα 1961 και πραγματοποιείται με κοινό πρόγραμμα συνεργασίας της Αρχαιολογικής Εταιρείας και της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής. Στο χώρο της ανασκαφής δεν υπάρχουν ακόμα μνημεία επισκέψιμα, όμως ορισμένα αντιπροσωπευτικά ευρήματα των ανασκαφών είναι εκτεθειμένα σε προσωρινή έκθεση στον προθάλαμο του Μουσείου των Φιλίππων. Ειδώλια, αγγεία, εργαλεία και κοσμήματα αποτελούν χαρακτηριστικά στοιχεία του πολιτισμού των πρώτων κατοίκων της περιοχής των Φιλίππων από τη μέση νεολιθική εποχή ως το τέλος της εποχής του χαλκού. Η ζωή στον προϊστορικό οικισμό πρέπει να διακόπτεται με το τέλος της εποχής του χαλκού. Στην πρώϊμη εποχή του σιδήρου πρέπει να άρχισε η κατοίκηση της οχυρής Ακρόπολης των Φιλίππων, στην οποία εγκαταστάθηκαν στον 4ο αι. π.Χ. οι Θάσιοι άποικοι των Κρηνίδων και την οποία τείχισε λίγα χρόνια αργότερα ο Βασιλιάς της Μακεδονίας Φίλιππος Β'.

Το κείμενο παρατίθεται τον Μάιο 2003 από την ακόλουθη ιστοσελίδα, με φωτογραφίες, του Δήμου Φιλίππων

Philippi: the results of a geophysical survey

Αρχαίοι πύργοι



ΘΑΣΟΣ (Αρχαία πόλη) ΘΑΣΟΣ


Ορθογώνιο κτήριο που χρονολογείται στις αρχές του 3ου αι. π.Χ. Σύμφωνα με αποσπασματικά σωζόμενη επιγραφή που βρέθηκε σε τμήμα της ανωδομής, η ίδρυση του κτηρίου αποδίδεται στον Θερσίλοχο.
Στη μέση της βόρειας πλευράς τέσσερις βαθμίδες οδηγούσαν στον δωρικού ρυθμού προθάλαμο, μέσω του οποίου γινόταν η μετάβαση στην αίθουσα συνεδριάσεων. Στο κέντρο της, που όριζαν 16 κίονες ιωνικού ρυθμού, υπήρχε άνοιγμα της οροφής για το φωτισμό και εξαερισμό του χώρου. Στους τρεις τοίχους είχαν τοποθετηθεί, περιμετρικά, ξύλινα καθίσματα.
Σώζονται τα θεμέλια, βάσεις κιόνων και τμήματα της ανωδομής.

Το κείμενο παρατίθεται τον Φεβρουάριο 2003 από την ακόλουθη ιστοσελίδα, με φωτογραφία, του Ιδρυματος Μείζονος Ελληνισμού


ΑΛΥΚΗ (Οικισμός) ΘΑΣΟΣ

Αρχαία λατομεία

Ηταν σε χρήση από τον 6ο π.Χ. έως τον 6ο μ.Χ. αιώνα.

Προϊστορικοί οικισμοί


Οικισμός προϊστορικής εποχής

Έχετε τη δυνατότητα να δείτε περισσότερες πληροφορίες για γειτονικές ή/και ευρύτερες περιοχές επιλέγοντας μία από τις παρακάτω κατηγορίες και πατώντας το "περισσότερα":

Αναχωρησεις πλοιων

Copyright 1999-2019 ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ Ε.Π.Ε.