Ιστορία ΗΡΑΚΛΕΙΟ (Νομός) ΚΡΗΤΗ - GTP - Greek Travel Pages

Πληροφορίες τοπωνυμίου

Εμφανίζονται 9 τίτλοι με αναζήτηση: Ιστορία  στην ευρύτερη περιοχή: "ΗΡΑΚΛΕΙΟ Νομός ΚΡΗΤΗ" .


Ιστορία (9)

Ανάμεικτα

Το Λίκνο της Ευρώπης

ΗΡΑΚΛΕΙΟ (Νομός) ΚΡΗΤΗ
  Το ταξίδι στο νομό Ηρακλείου ουσιαστικά είναι ένα ταξίδι στις ρίζες της Ευρώπης, γιατί δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι η Ιστορία του Ηρακλείου είναι η Ιστορία της Ευρώπης. Εδώ αναπτύχθηκε ο πρώτος Ευρωπαϊκός Πολιτισμός ο Μινωικός και από τότε η ιστορία του τόπου είναι συνδεδεμένη άμεσα με όλα τα μεγάλα ιστορικά γεγονότα που χαρακτήρισαν την Ευρωπαϊκή Ήπειρο. Σ’ όλα αυτά τα χρόνια από την αρχαιότητα μέχρι και σήμερα οι λαοί που πέρασαν από την περιοχή άφησαν τα σημάδια του πολιτισμού τους που συνθέτουν ένα εκπληκτικό σύνολο ανθρώπινης παρουσίας και δημιουργίας, και όλα αυτά σε ένα φυσικό πλαίσιο, που τα μορφολογικά και κλιματολογικά χαρακτηριστικά του αποτελούν την αιώνια μεγάλη αλήθεια που αναζητεί ο σημερινός ταξιδιώτης. Είναι η ίδια αλήθεια που ενσαρκώνει η θεά Φύση, η Μάνα Γη, η μεγάλη θεά που λάτρεψαν οι Μινωίτες, οι οποίοι από το 2.800 π.Χ. μέχρι και 1.400 π.Χ. αναπτύσσουν τον Μινωικό Πολιτισμό. Σ’ αυτήν την περίοδο χτίζονται τα μεγαλόπρεπα ανάκτορα της Κνωσσού, Φαιστού, Μαλλίων, Αρχανών, οι εκπληκτικές επαύλεις Τυλίσσου, Αγ. Τριάδας και άλλα μικρότερης έκτασης αλλά μεγάλου ενδιαφέροντος κτίσματα διάσπαρτα σ’ ολόκληρο το νομό Ηρακλείου. Η ακτινοβολία αυτών των Μινωικών Κέντρων φτάνει σ’ ολόκληρη την λεκάνη της Μεσογείου. Η αρχιτεκτονική, η ζωγραφική, η αγγειοπλαστική και η χρυσοχοϊα κατακτούν ψηλά επίπεδα τελειότητας.
  Οι σωζόμενες τοιχογραφίες μαρτυρούν την ψυχοσύνθεση ενός λαού φιλειρηνικού, χαρούμενου αλλά και ισχυρού, άμεσα συνδεδεμένου με την θάλασσα. Μια μεγάλη φυσική καταστροφή που συμπίπτει χρονολογικά με την έκρηξη του ηφαιστείου της Θήρας ανακόπτει την ακμή του Μινωικού Πολιτισμού. Μετά το 1400 π.Χ. είναι έντονη η παρουσία των Αχαιών και Δωριέων και αναδεικνύονται νέες πόλεις όπως η Λύκτος και η Ριζηνία. Ακολουθούν τα χρόνια που ακμάζει ο κλασσικός ελληνικός πολιτισμός και στην μνήμη Ελλήνων επιζούν οι μητροπόλεις της Κρήτης, κύρια η Κνωσσός που κρατάει ακόμη τη γοητεία της γενέτειρας σημαντικών πολιτισμικών και θεσμικών αξιών. Επιζούν κέντρα όπως ο Λέντας με σημαντικό Ιερατείο και ναό του Ασκληπιού. Με την κατάληψη της Κρήτης από τους Ρωμαίους άλλες πόλεις έρχονται στο προσκήνιο όπως η Χερσόνησος και η Γόρτυνα που γνωρίζει μεγάλη ακμή και γίνεται Πρωτεύουσα της Ρωμαϊκής επαρχίας ολόκληρης της Κρήτης και της Κυρρήνης.
  Ταυτόχρονα πολύ γρήγορα διαδίδεται ο Χριστιανισμός και κατά την πρώτη Βυζαντινή περίοδο η περιοχή του Ηρακλείου γίνεται σπουδαίο Χριστιανικό κέντρο (ο Απόστολος Παύλος στην διάρκεια του ταξιδιού του στην Ρώμη καταπλέει στους Καλούς Λιμένες στα νότια του Ηρακλείου και κηρύσσει την διδασκαλία του Χριστού). Στα 824 μ.Χ. την Κρήτη καταλαμβάνουν οι Σαρακηνοί και ο Χάνδακας, το σημερινό Ηράκλειο γίνεται η πρωτεύουσα και ταυτόχρονα ορμητήριό τους για τις πειρατικές επιδρομές στην Μεσόγειο.
  Το 961 τους εκδιώχνει ο αυτοκράτορας Νικηφόρος Φωκάς. Στα χρόνια που ακολουθούν το Ηράκλειο γίνεται ξανά ισχυρό Χριστιανικό κέντρο και ο τόπος γνωρίζει ξανά μεγάλη πολιτισμική ακμή. Με την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τους Φράγκους το 1204 η Κρήτη περνάει στα χέρια των Βενετών μέχρι το 1669.
  Την περίοδο αυτή το νησί συγκλονίζεται από επαναστάσεις ενάντια στους Βενετούς αλλά ταυτόχρονα γνωρίζει μια εξαιρετική οικονομική και πνευματική ακμή. Χτίζονται τεράστια οχυρωματικά έργα, ανοικοδομούνται οι πόλεις, δημιουργούνται μνημεία εκπληκτικής ομορφιάς.
  Το Ηράκλειο γίνεται η λαμπρή πρωτεύουσα του Regno di Candia και γνωρίζει μεγάλη ακμή. Γίνεται το Κέντρο της Κρητικής Αναγέννησης που μας χαρίζει την εξαιρετική ζωγραφική της Κρητικής Σχολής. Ο Δομήνικος Θεοτοκόπουλος γεννιέται στο Ηράκλειο, μαθητεύει δίπλα σε μεγάλους ζωγράφους όπως ο Μιχαήλ Δαμασκηνός και φεύγει στη Δύση για να δοξάσει την γενέτειρά του και την τέχνη της ζωγραφικής με το όνομα El Greco. Η μουσική και το θέατρο ακμάζουν και μας κληροδοτούν πανέμορφα δημιουργήματα όπως τον Ερωτόκριτο και την Ερωφίλη, έργα που μας περιγράφουν μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα σε πνευματικό και υλικό πλούτο κοινωνία. Όλα αυτά όμως διακόπτονται το 1669 οπότε το Ηράκλειο, τελευταίο προπύργιο της Κρήτης, πέφτει στα χέρια των Τούρκων μετά από την μεγαλύτερη πολιορκία των 22 χρόνων που είχε γνωρίσει έως τότε η ανθρωπότητα. Αιματηροί αγώνες και επαναστάσεις εναντίον των Τούρκων οδηγούν στην αυτονομία της Κρήτης το 1897 έως και το 1913, οπότε ενώνεται με την υπόλοιπη Ελλάδα. Όλα αυτά τα χρόνια μέχρι και σήμερα παρά τους διαφορετικούς πολιτισμούς και κατακτητές η Κρήτη δεν έπαψε να υπακούει στην μοναδική δύναμη της φύσης της.
  Αυτή η φύση που γίνεται ο συνεκτικός κρίκος ανάμεσα στους πολιτισμούς και τους λαούς που φιλοξένησε.
Το κείμενο (απόσπασμα) παρατίθεται το Φεβρουάριο 2004 από τουριστικό φυλλάδιο της Νομαρχιακής Επιτροπής Τουριστικής Προβολής Ηρακλείου.

Καταστροφές του τόπου

Βομβαρδισμός Γερμανών

ΒΙΑΝΝΟ (Δήμος) ΗΡΑΚΛΕΙΟ
, , 29/5/1941

The destruction of Lyttos

ΛΥΚΤΟΣ (Αρχαία πόλη) ΚΑΣΤΕΛΛΙ

Σελίδες εμπορικού κόμβου

Ιστορία των Ματάλων

ΜΑΤΑΛΑ (Χωριό) ΗΡΑΚΛΕΙΟ
  Κατά τη Μινωική και Ελληνιστική Εποχή ήταν το λιμάνι της Φαιστού κι όταν στα 220 π.Χ. την κυρίευσε η Γόρτυνα, τα Μάταλα έγιναν το λιμάνι της Γόρτυνας. Στο βυθό της θάλασσας φαίνονται σημάδια αρχαίου οικισμού. Τα Μάταλα είναι φημισμένα για τις σπηλιές τους, που είναι φτιαγμένες από ανθρώπους και κατοικήθηκαν πρώτη φορά κατά τη διάρκεια της προϊστορικής περιόδου. Τάφοι από τους Ελληνικούς, Ρωμαϊκούς και πρώτους Χριστιανικούς Χρόνους έχουν βρεθεί στις σπηλιές.

Σελίδες επίσημες

ΑΡΚΑΛΟΧΩΡΙ (Κωμόπολη) ΗΡΑΚΛΕΙΟ
  Το μεταχριστιανικό Αρκαλοχώρι, η καρδιά του Δήμου, δεν μας είναι γνωστό πότε ακριβώς χτίστηκε. Είναι βέβαιο όμως ότι κατοικούνταν κατά την περίοδο της Βενετοκρατίας και ανήκε διοικητικά στην περιφέρεια του Belvedere ή επαρχία Ριζόκαστρου όπως ονομάζονταν, καθώς και σε ολόκληρη την Οθωμανοκρατία στη συνέχεια.
  Η πρώτη επίσημη καταγραφή του τοπωνυμίου μας διασώζεται από το 1394 με τη μορφή Arcolecorio. Σαφώς το όνομα του τοπωνυμίου συνδέεται με το γνωστό όνομα του αρχοντορωμαίου [1] Αρκολέοντος, ενός από τα δώδεκα (σύμφωνα με την παράδοση, αλλά πολύ περισσότερων κατά την ιστορική αλήθεια) αρχοντόπουλα που κατά τη δεύτερη βυζαντινή περίοδο (961 - 1204 μ.Χ.) με αυτοκρατορικά χρυσόβουλα που τους καθιστούσαν κύριους εκτεταμένων περιοχών και φορείς της βυζαντινής εξουσίας. Οι άρχοντες – φεουδάρχες αυτοί ήρθαν και εγκαταστάθηκαν ση Μεγαλόνησο για να επαναφέρουν την Κρήτη στην αγκαλιά της αυτοκρατορίας μετά την ανακατάληψη του νησιού από το Νικηφόρο Φωκά, στρατηγό τότε και αυτοκράτορα αργότερα.
  Γνωρίζουμε επίσης ότι κατά την εποχή του Βυζαντίου η περιοχή αυτή ανήκε στην επισκοπή Αρκαδίας. Στην κωμόπολη υπάρχει ο κατάγραφος ναός του Μιχαήλ Αρχαγγέλου με ωραίες τοιχογραφίες του 14ου και 15ου αιώνα τεχνοτροπίας της Κρητικής Σχολής.
  Δυστυχώς το όνομα του οικισμού ή άλλες ιστορικά ασφαλείς και συγκεκριμένες ιστορικές πληροφορίες για το Αρκαλοχώρι που να είναι σε θέση να αποκαλύψουν με σαφήνεια την ιστορική πορεία του κατά την προχριστιανική και μεταχριστιανική περίοδο μέχρι το 14ο αιώνα δε διαθέτουμε ακόμη. Γεγονός είναι ότι συγκεκριμένη αναφορά για το χωριό ανιχνεύεται από το 16ο αιώνα και μετά.
  Όμως τα ίχνη της ανθρώπινης παρουσίας είναι εντονότατα και αποδείχνουν ότι ο τόπος είχε γνωρίσει μεγάλες περιόδους ανάπτυξης και ότι κατοικήθηκε σε μεγάλη έκταση και για μακρόχρονο χρονικό διάστημα. Γύρω από το Αρκαλοχώρι και σε ακτίνα 3 - 5 χιλιομέτρων ο ενδιαφερόμενος θα βρει πλήθος ερειπίων και αρχαιολογικών σημείων και τοπωνυμίων που υποδεικνύουν μικρές ή μεγάλες εγκαταστάσεις κατοίκων σε παλιότερες εποχές. Το σημαντικότερο όμως σημείο του Δήμου, αυτό που έχει κάνει γνωστό το Αρκαλοχώρι σε όλο τον κόσμο είναι το σπήλαιό του στο οποίο βρέθηκαν οι περίφημοι χρυσοί και χάλκινοι διπλοί πελέκεις.(...)
[1] Αρχοντορωμαίοι στο Βυζάντιο oνομάζονταν όσοι ανήκαν στην τάξη των ευγενών σύμφωνα με την κοινωνική κατάταξη των βυζαντινών. Ήταν οι προνομιούχοι, οι Δυνατοί του Βυζαντίου. Ως γνωστό οι βυζαντινοί περιφρονούσαν το όνομα «Έλληνες» και το θεωρούσαν υβριστικό χαρακτηρισμό. Μόνο στα τελευταία χρόνια της αυτοκρατορίας το όνομα Έλλην αποκαταστάθηκε στη συνείδηση των βυζαντινών.

Το κείμενο παρατίθεται τον Αύγουστο 2004 από την ακόλουθη ιστοσελίδα του Δήμου Αρκαλοχωρίου


ΓΑΖΙ (Δήμος) ΗΡΑΚΛΕΙΟ
Τα αρχαιολογικά δεδομένα που υπάρχουν στο Γάζι και τους γειτονικούς οικισμούς, αναδεικνύουν τη σπουδαιότητα της περιοχής ήδη από τη Μινωική εποχή. Βόρεια του συνοικισμού, στις εκβολές του ποταμού, εκτιμάται πως ήταν το επίνειο της Τυλίσσου στη μεσομινωική ΙΙΙ και στην υστερομινωική περίοδο. Κοντά στον οικισμό βρέθηκαν μινωικά ειδώλια που σύμφωνα με τον αρχαιολόγο καθηγητή Μαρινάτο παριστάνουν μια και μοναδική Θεά, σε διάφορες ιδιότητες: Θεά των όφεων, Θεά των περιστεριών (του ουρανού και του έρωτα), Θεά του μήκωνος (της υγείας και τις ευφορίας), Θεά του πολέμου. Στον οικισμό του Καβροχωρίου αλλά και της Αγ. Μαρίνας έχουν εντοπιστεί κατάλοιπα οικιστικής εγκατάστασης Υστερομινωικής ΙΙΙ, Αρχαϊκής και Ελληνιστικής περιόδου. Επίσης βρέθηκαν, τάφοι Υστερομινωικής ΙΙΙ περιόδου με κιβωτιόσχημες σαρκοφάγους (Γάζι , Σκαφιδαράς, Καβροχώρι). Τέλος, στο φαράγγι του Αλμυρού ποταμού υπάρχουν ερείπια και εκκλησίες που χρονολογούνται από το 14ο αιώνα.
Σε ιστορικά κείμενα της Ενετοκρατίας συναντάμε τις πρώτες αναφορές στους οικισμούς Γάζι, Καβροχώρι, Καλέσσα. Μνημεία της Ενετοκρατίας είναι οι Τρεις Εκκλησιές, ερείπια στο φαράγγι του Αλμυρού που χρονολογούνται από το 14ο αιώνα, το Μοναστήρι του Αγίου Παντελεήμονα στο Φόδελε και διάφορες Ενετικές Επαύλεις που βρίσκονται διάσπαρτες στους οικισμούς της Ροδιάς, της Παντάνασσας, του Παλαιόκαστρου.

Το απόσπασμα παρατίθεται τον Οκτώβριο 2002 από την ακόλουθη ιστοσελίδα του Δήμου Γαζίου


Οι Αρχάνες στο πέρασμα των αιώνων

ΕΠΑΝΩ ΑΡΧΑΝΕΣ (Κωμόπολη) ΗΡΑΚΛΕΙΟ
  Η συνεχής παρουσία των Αρχανών σ' όλες τις φάσεις του προϊστορικού μινωϊκού πολιτισμού αλλά και των μετέπειτα ιστορικών χρόνων είναι φανερή απόδειξη της διαχρονικής σπουδαιότητας του οικισμού. Οι εντατικές αρχαιολογικές και ιστορικές έρευνες των τελευταίων δεκαετιών μας επιτρέπουν να παρακολουθήσουμε τη ζωή των Αρχανών από την Υπονεολιθική περίοδο μέχρι και τα νεότερα χρόνια. Πράγματι, οι Αρχάνες, κτισμένες σε μια από τις πιο εύφορες περιοχές της Κρήτης, αποτέλεσαν πόλο έλξης για τους προϊστορικούς αλλά και για τους μεταγενέστερους κατοίκους της περιοχής. Η ομορφιά και η μυστικότητα του αρχανιώτικου τοπίου συμπληρώνεται από το Γιούχτα, το ιερό ανθρωπόμορφο βουνό, που επισκιάζει το χωριό και που οι αρχαίες παραδόσεις συνέδεσαν με μύθους και θρύλους για θεούς και ήρωες. Γύρω, λοιπόν, από αυτό το βουνό βρίσκονται οι κυρίως αρχαιολογικές θέσεις τόσο στην ευρύτερη περιοχή όσο και μέσα στο κέντρο της κλειστής λεκάνης των Αρχανών.
  Ο προϊστορικός οικισμός των Αρχανών απλώνονταν περίπου όσο και το σημερινό χωριό. Στο κέντρο του οικισμού, στη θέση Τουρκογειτονιά, έχει ανασκαφεί το κεντρικό τμήμα ενός κτιριακού συγκροτήματος που χρονολογείται από το 1900π.Χ.. Ο χαρακτηρισμός του ως "ανάκτορο" δικαιολογείται όχι μόνο από την αρχιτεκτονική και τα υλικά δομής του αλλά και από το είδος των ευρημάτων. Η ύπαρξη ενός δεύτερου διοικητικού κέντρου τόσο κοντά στο πανίσχυρο ανάκτορο της Κνωσού αποδεικνύει την σπουδαιότητα του οικισμού. Από το επαρχιακό ανάκτορο της Τουρκογειτονιάς ελέγχονταν όχι μόνο η οικονομική και θρησκευτική ζωή της ευρύτερης περιοχής των Αρχανών αλλά και η πρόσβαση προς την νότια Κρήτη.
  Βορειοδυτικά από την κωμόπολη των Αρχανών, στο μικρό λόφο Φουρνί, ανακαλύφθηκε ένα από τα σημαντικότερα και αρτιότερα οργανωμένα νεκροταφεία της προϊστορικής εποχής. Η μακρά χρήση του νεκροταφείου, για περισσότερα από 1000 χρόνια (~2400-1200π.Χ.), μας επιτρέπει να δούμε συγκεντρωμένα σ' ένα χώρο ταφικά κτίρια όλων των γνωστών αρχιτεκτονικών τύπων. Ιδιαίτερα μοναδικοί είναι οι θολωτοί τάφοι που χρονολογούνται σε διάφορες περιόδους της κρητομυκηναϊκής εποχής. Η ποικιλία των ταφών, ο πλούτος των κτερισμάτων καθώς και η ανακάλυψη κτισμάτων λατρευτικής και κοσμικής χρήσης παρέχουν πολύτιμες πληροφορίες για τα έθιμα ταφής και λατρείας των νεκρών.
  Μια βαθιά χαράδρα χωρίζει το λόφο του Φουρνί από το Γιούχτα, που από δυτικά μοιάζει με ξαπλωμένο ανδρικό κεφάλι. Αυτή του η μορφολογία οδήγησε τη λαϊκή φαντασία στη δημιουργία μύθων σχετικά με την ύπαρξη του τάφου του Δία πάνω στο βουνό ή κοντά σ΄αυτό. Στο ψηλότερο σημείο του βουνού, στην Ψηλή Κορφή, βρίσκεται ένα από τα σημαντικότερα μινωϊκά ιερά κορυφής της Κρήτης. Το πλήθος των αναθημάτων που ήλθαν στο φως μαρτυρούν την έντονη λατρευτική δραστηριότητα στο χώρο. Στη δυτική και νοτιοδυτική πλευρά του Γιούχτα βρίσκονται ακόμα δύο ιερά, η σπηλιά στο Χωστό Νερό και ο Σπήλιος του Στραβομύτη, η χρήση των οποίων διατρέχει πολλούς αιώνες.
  Στη βόρεια πλευρά του βουνού, στη θέση Ανεμόσπηλια, ήλθαν στο φως τα ερείπια ενός κτιρίου που η αρχαιολογική έρευνα χαρακτήρισε ως μινωϊκό τριμερές ιερό λόγω της αρχιτεκτονικής του διάταξης. Παρά τη σύντομη ζωή του ο ναός στα Ανεμόσπηλια θεωρείται μοναδικός όχι μόνο για την ποικιλία και τον πλούτο των ευρημάτων αλλά και για την ανακάλυψη ανθρωποθυσίας στο δυτικό δωμάτιο του.
  Οι Αρχάνες λοιπόν ήταν μια σημαντική προϊστορική κοινότητα με πολλές δραστηριότητες. Γύρω από τον οικισμό των Αρχανών αναπτύχθηκαν μικρότερα κέντρα (Βιτσίλα, Καρνάρι, Καρυδάκι, Μυριστής κ.α.) που εξυπηρετούσαν τις κοινωνικο-οικονομικές ανάγκες της κεντρικής μονάδας. Ένα από αυτά είναι και το κτιριακό συγκρότημα στο Βαθύπετρο, 4 χλμ. νότια από τις Αρχάνες. Η μινωική έπαυλη στο Βαθύπετρο, ένας ακόμη μάρτυρας της ανθηρής οικονομικής δραστηριότητας της περιοχής, διαθέτει σταφυλοπιεστήριο, ελαιοπιεστήριο καθώς και εργαστήριο πηλοπλαστικής. Η κατοίκηση στις Αρχάνες και τους γύρω οικισμούς συνεχίζεται αδιάκοπα και τους επόμενους αιώνες όπως αποδεικνύουν τα ευρήματα των κλασικών, ελληνιστικών και ρωμαϊκών χρόνων. Η παράδοση μάλιστα αναφέρει ότι πολλοί Αρχανιώτες έγιναν Χριστιανοί μετά την επίσκεψη του Αποστόλου Παύλου, ο οποίος προσκλήθηκε στο χωριό για να διώξει με την προσευχή του τα δηλητηριώδη ερπετά από το Γιούχτα.
  Κατά την πρώτη Βυζαντινή περίοδο και τα χρόνια της Αραβοκρατίας οι Αρχάνες και η γύρω περιοχή ακολουθούν την ιστορική πορεία της υπόλοιπης Κρήτης. Το 961μ.Χ. ο Νικηφόρος Φωκάς ελευθερώνει την Κρήτη από τους Αραβες και χτίζει δυτικά του Γιούχτα το φρούριο Ρόκκα, ώστε να ελέγχει την γύρω περιοχή. Το 1212 μ.Χ. η Κρήτη καταλαμβάνεται από τους Ενετούς. Η αναγνώριση και ανοχή του χριστιανικού ορθόδοξου δόγματος από τους κατακτητές είχε ως αποτέλεσμα την οικοδόμηση πολλών εκκλησιών με βυζαντινά και φράγκικα χαρακτηριστικά. Έτσι λοιπόν και στις Αρχάνες αυτή την περίοδο (14ος-15ος αι.μ.Χ.) χτίζονται σημαντικές εκκλησίες όπως ο Αγ.Γεώργιος, η Αγ.Τριάδα ο Εσταυρωμένος, η Αγ.Παρασκευή, ο Αγ.Μάμας και η μονή της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος (σημερινός Αφέντης Χριστός) στην κορυφή του βουνού. Στην περιοχή Ασώματος, 3χλμ. νοτιοανατολικά των Αρχανών, η εκκλησία του Μιχαήλ Αρχαγγέλου είναι ένα εξαίρετο βυζαντινό μνημείο με τοιχογραφίες επαρχιακής παλαιολόγειας τέχνης. Εξάλλου κατά την περίοδο της Ενετοκρατίας εκτελούνται στην Κρήτη πολλά κοινωφελή έργα. Ένα από αυτά είναι και το Υδραγωγείο του Μοροζίνη στην περιοχή Καρυδάκι, 2χλμ. βόρεια των Αρχανών, που χρονολογείται στις αρχές του 17ου αι. μ.Χ.. Το μεγάλο αυτό τεχνικό έργο απέβλεπε στην ύδρευση της πόλης του Ηρακλείου από τις πηγές του Γιούχτα. Τα νερά των πηγών ενώνονταν στο Καρυδάκι από όπου με λιθόκτιστο αγωγό 15χλμ. διοχετεύονταν στο Ηράκλειο, που εκείνη την εποχή μαστίζονταν από λειψυδρία.
  Το 1669μ.Χ. οι Οθωμανοί Τούρκοι καταλαμβάνουν την Κρήτη και οι Αρχάνες γίνονται μια από τις έδρες Τούρκων αξιωματούχων. Η εύφορη αρχανιώτικη γη διαρπάζεται από τους κατακτητές και οι Αρχανιώτες Χριστιανοί διώκονται και βασανίζονται. Η βυζαντινή εκκλησία της Αγ.Παρασκευής μετατρέπεται σε τζαμί. Η παρουσία των Τούρκων κατακτητών είναι μέχρι και σήμερα φανερή στα ονόματα πολλών περιοχών μέσα και έξω από το χωριό (Τουρκογειτονιά, Τζαμί κ.α.). Τέλη του 17ου αι. μ.Χ. αρχίζει να κτίζεται, μετά από πολλές θυσίες των κατοίκων, η εκκλησία της Παναγίας μέσα στο χωριό. Η εκκλησία είναι ένας θησαυρός από εκκλησιαστικά σκεύη και εικόνες που σήμερα εκθέτονται σε ειδικές προθήκες μέσα στο χώρο.
  Οι Αρχάνες και τα γύρω χωριά κατέχουν πρωταγωνιστικό ρόλο στους αγώνες για την αποτίναξη του τουρκικού ζυγού. Από το 1866 και μετά οι διαρκείς επαναστάσεις και εξεγέρσεις στην Κρήτη έχουν ως κύριο αίτημα την ένωση του νησιού με το μέχρι τότε ελεύθερο ελληνικό κράτος. Κατά την Επανάσταση του 1897 οι Αρχάνες αποτελούν συντονιστικό κέντρο των πολεμικών επιχειρήσεων της Κρήτης ενώ αιματηροί αγώνες διεξάγονται γύρω από το χωριό. Τον Αύγουστο του 1897 η Πρώτη Κρητική Γενική Συνέλευση για την συνέχιση του Αγώνα, όπου προεδρεύει ο Ελευθέριος Βενιζέλος (μετέπειτα πρωθυπουργός της χώρας), λαμβάνει χώρο στις Αρχάνες. Μετά από ένα χρόνο η Κρήτη ανακηρύσσεται Αυτόνομη Πολιτεία με Ύπατο Αρμοστή τον πρίγκιπα Γεώργιο, ο οποίος στην περιοδεία του στο νησί επισκέπτεται τις ένδοξες Αρχάνες.
  Πολύτιμες πληροφορίες για τα ιστορικά γεγονότα αυτής της περιόδου μπορεί να αντλήσει κανείς από το Ιστορικό Αρχείο του Δήμου Αρχανών. Το Αρχείο περιλαμβάνει το τεράστιο υλικό της αλληλογραφίας και των δραστηριοτήτων της Επιτροπής Αμύνης των Αρχανών από τον Φεβρουάριο του 1897 μέχρι το Νοέμβριο του 1898. Το Αρχείο αυτό καταρτίσθηκε το 1938 με απόφαση του τότε Κοινοτικού Συμβουλίου των Αρχανών, ταξινομήθηκε και βιβλιοθετήθηκε σε 8 ογκώδεις τόμους. Ο Δήμος Αρχανών για να αποτίσει ελάχιστο φόρο τιμής και μνήμης στους αγωνιστές αυτής της περιόδου διοργάνωσε τον Αύγουστο του 1997 Επιστημονικό Συμπόσιο με αφορμή τη συμπλήρωση 100 ετών από την έναρξη της επανάστασης (1897-1997).
  Η θέση των Αρχανών αλλά και το γενναίο φρόνημα των κατοίκων της αποτέλεσαν τους κύριους παράγοντες για την ενεργή συμμετοχή του χωριού στα πολεμικά γεγονότα του 20ου αιώνα. Στη Μάχη της Κρήτης (Μάιος 1941 - Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος) το Κέντρο Διοικήσεως των Ελληνικών Δυνάμεων εγκαθίσταται στις Αρχάνες, ενώ παράλληλα λειτουργεί πρόχειρο στρατιωτικό νοσοκομείο.
  Τον πρώτο χρόνο της Γερμανικής Κατοχής οργανώθηκε στις Αρχάνες το πρώτο κλιμάκιο κατασκοπείας στην Κρήτη το οποίο προσέφερε μεγάλες υπηρεσίες στον απελευθερωτικό αγώνα. Η παρουσία των Δυνάμεων Κατοχής στις Αρχάνες ήταν ιδιαίτερα έντονη αφού στο χωριό έδρευε Γερμανική Μεραρχία. Διοικητής της Μεραρχίας ήταν ο Στρατηγός Κράιπε, του οποίου η απαγωγή από αντιστασιακή ομάδα αποτελεί ένα από τα πιο σπουδαία εγχειρήματα του Β' Παγκοσμίου Πολέμου (Απρίλιος 1944). Μετά από προγραμματισμένη ενέδρα σε σημείο της διαδρομής Αρχάνες - Κνωσός ο Στρατηγός συνελήφθη και μεταφέρθηκε στην Αίγυπτο.
  Τα μεταπολεμικά χρόνια οι Αρχάνες, μέσα στις γενικότερες οικονομικο-κοινωνικές συνθήκες που επικρατούν στην Ελλάδα, προσπαθούν να ανασυντάξουν τις δυνάμεις τους ώστε να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις των νέων καιρών. Με τις συντονισμένες προσπάθειες των εκάστοτε δημόσιων φορέων αλλά κυρίως των κατοίκων του χωριού, οι Αρχάνες σταδιακά εξελίχθηκαν σε σημαντικό οικονομικό, πολιτιστικό και τουριστικό κέντρο.
  Σήμερα οι Αρχάνες αποτελούν χωριό πρότυπο όχι μόνο για την αναπτυξιακές δραστηριότητες των τελευταίων χρόνων αλλά και για το υψηλό βιοτικό και πνευματικό επίπεδο των κατοίκων τους.
  Παρά την συντομία αυτής της ιστορικής ανασκόπησης είναι ολοφάνερος ο καθοριστικός ρόλος που διαδραμάτισαν οι Αρχάνες στο πέρασμα των αιώνων. Τεράστιες προσπάθειες καταβάλλονται τα τελευταία χρόνια από τον Δήμο Αρχανών για την συντήρηση των αρχαιολογικών και ιστορικών μνημείων του χωριού. Επιπλέον, η διάσωση και έκδοση του ιστορικού και φωτογραφικού αρχείου του χωριού έχει προκαλέσει το ενδιαφέρον του ευρέως κοινού για τη μελέτη της ιστορίας των Αρχανών. Και ενώ οι προσπάθειες για την ανάδειξη των ιστορικών μνημών συνεχίζονται, οι Αρχάνες εξακολουθούν να συμμετέχουν ενεργά στα πολιτισμικά δρώμενα της εποχής τους.

Το κείμενο παρατίθεται τον Ιανουάριο 2005 από την ακόλουθη ιστοσελίδα του Δήμου Αρχανών


Ιστορία του Ηρακλείου

ΗΡΑΚΛΕΙΟ (Πόλη) ΚΡΗΤΗ
Αρχαϊκή - Κλασσική - Ελληνιστική περίοδος: Κατά την αρχαιότητα το κύριο αστικό κέντρο ήταν αναμφισβήτητα η Κνωσός. Ωστόσο, όμως θα υπήρχε οικισμός, βόρεια της Κνωσού, κοντά στη σημερινή πόλη, σε ύψωμα και σε κάποια απόσταση από τη θάλασσα με το όνομα Ηράκλειο. Αρχαιολογικά λείψανα της αρχαϊκής, κλασσικής και ελληνιστικής περιόδου έρχονται στο φως κατά καιρούς από διάφορα σημεία της παλιάς πόλης, (περιοχή των οδών Δαιδάλου, Ιδομενέως, Μεραμβέλλου, Ξανθουδίδου, Δ.Μποφώρ και Επιμενίδου) μετά από ανασκαφικές έρευνες και εκσκαφές που γίνονται για τον έλεγχο των θεμελίων νεοαναγειρόμενων οικοδομών με την επίβλεψη της αρμόδιας Αρχαιολογικής Υπηρεσίας.
Ρωμαϊκή περίοδος: Για τη ρωμαϊκή περίοδο οι πληροφορίες για την πόλη πληθαίνουν. Ο Στράβων (παρόλο που δεν είχε επισκεφτεί την Κρήτη) αναφέρει στα Γεωγραφικά του ότι το Ηράκλειον ήταν το επίνειο της Κνωσού. Πολλά και αξιόλογα ευρήματα (κινητά και μη) της περιόδου προέρχονται κυρίως από τάφους, αλλά και από κτιριακά σύνολα, από τα οποία το πιο χαρακτηριστικό είναι αυτό που βρέθηκε κατά την ανασκαφή του οικοπέδου του Μουσείου που διατηρεί έξι ψηφιδωτά δάπεδα σε πολύ καλή κατάσταση.
Α' Βυζαντινή περίοδος: Κατά την πρώτη βυζαντινή περίοδο (330 μ.Χ. έως το 824 μ.Χ.), οπότε η Κρήτη αποτελεί «θέμα» της βυζαντινής αυτοκρατορίας με διοικητικό, στρατιωτικό και θρησκευτικό κέντρο τη Γόρτυνα, ο οικισμός συναντάται με το όνομα Κάστρο. Δυστυχώς εξαιτίας της έλλειψης ειδήσεων σχετικά με την περίοδο αυτή, αλλά και αξιόλογων αρχαιολογικών ευρημάτων είναι δύσκολο να ανασυνθέσει κανείς την εικόνα που θα είχε η πόλη. Τα χρόνια αυτά ολόκληρο το νησί δοκιμάζεται από πειρατικές επιδρομές καθώς και από φυσικές καταστροφές (σεισμούς) που έχουν ως αποτέλεσμα την παρακμή ακόμη και την εξαφάνιση των πόλεων ως αστικών κέντρων.
Αραβική κατάκτηση: Το 824 μ.Χ. το Κάστρο, μετά από αραβικές επιδρομές και την αποβίβαση αράβων στην Κρήτη γύρω στα 822 - 823 μ.Χ. που είχαν ως στόχο τη σταδιακή κατάληψη του νησιού, πέφτει στα χέρια των κατακτητών του. Σε αυτό συνετέλεσε και το γεγονός ότι το βυζαντινό κράτος βρισκόταν σε συνεχείς έριδες και εσωτερικές αναταραχές. Η πόλη ονομάζεται τώρα Rabdh el Khandaq, δηλαδή Φρούριο της Τάφρου, και αυτό γιατί οι Αραβες με την εγκατάστασή τους, προκειμένου να προστατευθούν, έκτισαν τείχος από ωμές πλίνθους, ενώ γύρω από αυτό άνοιξαν βαθιά τάφρο (Khandaq). Από την ονομασία αυτή προήλθαν και οι μεταγενέστερες Χάνδακας (Χάνδαξ) της δεύτερης βυζαντινής περιόδου και Candia της περιόδου της Ενετοκρατίας. Ο Χάνδακας, που γίνεται τώρα η πρωτεύουσα του νησιού και εγκαταλείπεται έτσι η Γόρτυνα, κατελάμβανε την έκταση από την οδό Δαιδάλου, Χάνδακος, θαλάσσιο μέτωπο, Επιμενίδου, τμήμα πλατείας Ελευθερίας (βλέπε χάρτη στα "Αξιοθέατα"). Οι Αραβες ανέπτυξαν έναν δικό τους πολιτισμό στην Κρήτη, όμοιο με εκείνον των συγχρόνων τους. Είχαν δικό τους νομισματοκοπείο, ανεπτυγμένη μεταλλοτεχνία και κεραμεική, καλοκτισμένα κτίρια. Πολλά στοιχεία για την αρχιτεκτονική και για τον τρόπο ζωής τους προέκυψαν κατά τις ανασκαφικές έρευνες που διεξήχθησαν στην παλιά Καστέλλα, ανατολικά του Ναού του Αγίου Πέτρου και Παύλου.
Β' Βυζαντινή περίοδος - Επανάκτηση της Κρήτης από τους Βυζαντινούς: Οι Βυζαντινοί επανειλημμένα προσπάθησαν να ανακτήσουν την Κρήτη, δίχως, όμως, επιτυχία. Το 826 μ.Χ. επιχειρείται, δυστυχώς με αποτυχία, η εκστρατεία του βυζαντινού στρατηγού Κρατερού. Η περιοχή της μάχης και της συντριβής του βυζαντινού στρατού από τους Αραβες, λίγα μόνο χιλιόμετρα ανατολικά του Ηρακλείου, διασώζει ακόμη και σήμερα το όνομα του ηρωικού στρατηγού (Καρτερός).
Νικηφόρος Φωκάς: Το 960 μ.Χ. εκστρατεύει εναντίον των Αράβων ο αρχιστράτηγος του Βυζαντίου και μετέπειτα βυζαντινός αυτοκράτορας Νικηφόρος Φωκάς. Με ικανό στράτευμα και πλήρη εξοπλισμό κατορθώνει να ελευθερώσει ολόκληρη την Κρήτη και να περιορίσει τους Αραβες μέσα στον καλά οχυρωμένο Χάνδακα. Μετά από πολιορκία μηνών, την άνοιξη του 961 μ.Χ., έγινε η γενική έφοδος από μέρους των βυζαντινών και του μισθοφορικού στρατού τους, η οποία κατέληξε στην επιτυχή ανακατάληψη της πόλης. Πολλοί Αραβες έχασαν τη ζωή τους ή αιχμαλωτίστηκαν κατά τη μάχη που δόθηκε μέσα στην πόλη, πέφτοντας θύματα της αγριότητας των στρατιωτών, παρά τις αντίθετες οδηγίες του Νικηφόρου Φωκά. Ο ίδιος πήρε τον εμίρη και την οικογένειά του στην Κων/πολη, όπου και τιμήθηκαν από τους βυζαντινούς. Ο γιος μάλιστα του εμίρη ασπάστηκε το χριστιανισμό και υπηρέτησε τον αυτοκράτορα. Ο Νικηφόρος Φωκάς φεύγοντας από το Χάνδακα πήρε μαζί του μεγάλο αριθμό πολύτιμων λαφύρων, που είχαν συγκεντρώσει στην πόλη οι Αραβες. Ο ίδιος επιδιώκοντας να δημιουργήσει μια νέα περιοχή, περισσότερο ασφαλή για τους κατοίκους της, αφού ο Χάνδακας είχε σχεδόν ισοπεδωθεί, και ο οχυρωματικός περίβολος είχε σε μεγάλο του τμήμα καταστραφεί, έκτισε ένα νέο φρούριο, λίγα χιλιόμετρα νοτιότερα (κοντά στο Κανλί Καστέλλι). Οι νέοι, όμως, έποικοι δεν θέλησαν να φύγουν από τον ερειπωμένο και κατεστραμμένο Χάνδακα, αφού, πέρα των άλλων, και ως τοποθεσία θα εξυπηρετούσε περισσότερο τις ανάγκες τους.
Ανοικοδόμηση της πόλης - Μεγάλο Κάστρο: Μια δεύτερη βυζαντινή περίοδος αρχίζει που θα διαρκέσει ως τα 1204. Στο Χάνδακα που συναντάται και με την ονομασία Κάστρο (όρος για οχυρωμένη πόλη ή φρούριο) εγκαθίστανται οι νέοι άποικοι που κατάγονται από επιφανείς οικογένειες της βυζαντινής αυτοκρατορίας μαζί με τους ανώτερους άρχοντες, στρατιωτικούς και πολιτικούς διοικητές. Η πόλη ανοικοδομείται σχεδόν εξαρχής, δημόσια και ιδιωτικά οικοδομήματα κτίζονται, ενώ επισκευάζεται και συμπληρώνεται το τείχος και οργανώνεται το λιμάνι. Το διοικητικό κέντρο θα βρισκόταν στην περιοχή όπου αργότερα κτίστηκαν από τους Βενετούς η Λότζια, ο Αγιος Μάρκος και το Δουκικό Ανάκτορο. Αναφορικά δε με την βυζαντινή οχύρωση, θεωρείται σχεδόν βέβαιο ότι σε πολλά σημεία της εδράστηκε πάνω στην προϋπάρχουσα αραβική λίθινη βάση, τμήματα της οποίας ήρθαν στο φως μετά από εκσκαφές σε οικόπεδα κατά μήκος της οδού Δαιδάλου για ανέγερση νέων οικοδομών. Χαρακτηριστικό στοιχείο του οχυρωματικού περιβόλου αποτελούσαν οι πύργοι και τα ενδιάμεσα ευθύγραμμα τμήματα. Η πόλη κατά την περίοδο αυτή με το φρούριο και το λιμάνι της απ' όπου διεξαγόταν το εμπόριο με τις εκτός Κρήτης αγορές, είναι η σημαντικότερη σε ολόκληρο το νησί, με ιδιαίτερα ανεπτυγμένη οικονομία και εύλογα αναφέρεται ως Μεγάλο Κάστρο, ονομασία που απηχεί ακόμη και σήμερα από τους παλαιότερους Ηρακλειώτες. Πλήθος κινητών ευρημάτων (νομίσματα, εκπληκτικά δείγματα εμφυαλωμένης κεραμεικής) έχει έλθει στο φως από ανασκαφές - εκσκαφές σε διάφορες περιοχές της πόλης, ενώ συγχρόνως έχουν αποκαλυφθεί διάφορα κτιριακά συγκροτήματα, δυο μεγάλα δημόσια λουτρά, κτισμένα με ιδιαίτερα επιμέλεια (στην οδό Κορωναίου και στην οδό Χορτατσών), δεξαμενές και τάφοι. Η πόλη σταδιακά αρχίζει να επεκτείνεται και έξω από τα τείχη, προς τα νότια, δημιουργώντας διάφορα προάστια.
Βενετοκρατία: Στα 1204, έτος της άλωσης της Κωνσταντινούπολης και ουσιαστικά της κατάλυσης της βυζαντινής αυτοκρατορίας από τους Σταυροφόρους, το Μεγάλο Κάστρο, όπως και ολόκληρο το νησί περνά, μετά από σχετικές συμφωνίες, στα χέρια των Βενετών. Αυτοί όντας απασχολημένοι την ίδια περίοδο με την κατάληψη άλλων περιοχών δεν έδωσαν την πρέπουσα σημασία με αποτέλεσμα η Κρήτη να πέσει στα χέρια του Γενουάτη πειρατή Ερρίκου Pescatore. Λόγω της εξαιρετικής γεωγραφικής θέσης και σπουδαιότητας της νήσου, οι Βενετοί δεν θέλησαν να χάσουν αυτήν την κτήση και έτσι, μετά από πολλές περιπέτειες, θα γίνουν ξανά κυρίαρχοι στα 1211, κυριαρχία που θα κρατήσει μέχρι το 1669. Η Κρήτη αποτέλεσε μια ενιαία διοικητική περιφέρεια με το όνομα «Βασίλειο της Κρήτης» (Regno di Candia). Για τα πρώτα περίπου 150 χρόνια θα υπάρξουν πολλές επαναστάσεις από μέρους των Κρητικών, γεγονός που δείχνει ότι δεν υπέκυψαν αδιαμαρτύρητα στη βενετική κυριαρχία και υποδούλωση. Μετά το 1367 η Κρήτη αρχίζει να ζει μια μάλλον ειρηνική περίοδο.
Το Κάστρο Candia: Το Κάστρο που ονομάζεται τώρα από τους Βενετούς Candia θα γίνει η πρωτεύουσα του νησιού, η έδρα του εκάστοτε Δούκα και όλων των αρχών, το κέντρο της πνευματικής και καλλιτεχνικής κίνησης. Η πόλη εξελίσσεται σε ένα από τα σπουδαιότερα αστικά κέντρα της εποχής εκείνης σε ολόκληρη την ανατολική Μεσόγειο. Συνεχίζει να επεκτείνεται έξω από τα όρια της παλιάς οχύρωσης, δημιουργώντας έντονα την ανάγκη για μια νέα που θα περιλάβει και τα προάστια.
Νέα οχύρωση: Η νέα οχύρωση με τις μνημειώδεις πύλες αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα της οχυρωματικής τέχνης και αποτελεί ακόμη και σήμερα ένα από τα σημαντικότερα μνημεία του είδους στο μεσογειακό χώρο. Το λιμάνι της πόλης με τους ταρσανάδες αποτελεί το σπουδαιότερο κέντρο εμπορίου σε ολόκληρη την περιοχή από όπου εξάγονται τα περίφημα κρητικά προϊόντα (κρασί, λάδι, τυρί) και διακινούνται στις σημαντικότερες αγορές της Ευρώπης.
Καλλιτεχνική κίνηση: Μεγάλη άνθηση γνώρισαν και άλλοι τομείς, όπως η ζωγραφική (τον 16ο αι. διαμορφώνεται η γνωστή Κρητική σχολή και ξεκινά το έργο του ο Δομήνικος Θεοτοκόπουλος, ο μετέπειτα El Greco), η λογοτεχνία, η ποίηση, το θέατρο με εκπληκτικά έργα σε κάθε χώρο, δημιουργώντας ένα ιδιαίτερο κρητικό πολιτιστικό ιδίωμα στην περιοχή.
Αρχιτεκτονική: Η αρχιτεκτονική αποτελεί άλλον έναν τομέα εξέλιξης και άνθησης που απεικονίζεται στα δημόσια και ιδιωτικά κτίρια του Χάνδακα, όπως είναι το δούκικο ανάκτορο, ο μητροπολιτικός ναός των Βενετών, ο ?γιος Μάρκος με το καμπαναριό του (όπου σήμερα στεγάζεται η Δημοτική Πινακοθήκη, αποτελεί όμως και χώρο για άλλες αξιόλογες εκθέσεις όπως τελευταία με την έκθεση των πορτραίτων του Φαγιούμ), η Λότζια (η λέσχη των ευγενών, σημερινό Δημαρχείο της πόλης), οι διάφορες βενετσιάνικες και ορθόδοξες εκκλησίες, οι κρήνες, μνημεία που πολλά από αυτά δεσπόζουν ακόμη και σήμερα στην παλιά πόλη. Δεν θα πρέπει να ξεχνάμε, όμως, ότι όλη αυτή η άνθηση που συντελέστηκε την εποχή εκείνη έγινε εφικτή με τον κόπο και το μόχθο του απλού κρητικού λαού.
Τούρκικη απειλή: Μια νέα υπερδύναμη εμφανίζεται τότε στο προσκήνιο που θα φέρει μια πραγματική αναστάτωση στην κατάσταση όπως είχε διαμορφωθεί και αυτή είναι Οθωμανική Αυτοκρατορία. Στα 1645 εμφανίζεται ο τουρκικός στόλος στα κρητικά παράλια και σιγά σιγά η μια πόλη μετά την άλλη πέφτουν στα χέρια των νέων κατακτητών. Ο Χάνδακας αντιστέκεται για περισσότερο από 20 χρόνια και η περίφημη πολιορκία γύρω από το φρούριο της πόλης τελικά λύνεται στα 1669, μετά από προδοσία του βενετοκρητικού μηχανικού Ανδρέα Μπαρότση που αποκαλύπτει στον Τούρκο πασά Αχμέτ Κιοπρουλή τα πιο αδύνατα σημεία του φρουρίου.
Το Κάστρο τουρκοκρατούμενο: Η Κρήτη αποτέλεσε ένα νέο «εγιαλέτι» δηλ. μια νέα διοικητική περιφέρεια της οθωμανικής αυτοκρατορίας με έδρα το Χάνδακα που ονομάζεται τώρα από τους Τούρκους Kandiye ή Κάστρο. Εδώ βρίσκονται όλες οι υπηρεσίες και η έδρα του «Γραμματικού», δηλαδή του διερμηνέα της Πύλης. Ο Χάνδακας είχε σχεδόν ολοκληρωτικά καταστραφεί και ερημωθεί. Έγιναν εκτεταμένες επισκευές σε κτίρια και στον οχυρωματικό περίβολο, ενώ οι περισσότερες εκκλησίες μετατράπηκαν σε τζαμιά. Με νέες κρήνες που κτίστηκαν σε διάφορα σημεία της πόλης προσπάθησαν οι Τούρκοι να αντιμετωπίσουν την έλλειψη του νερού. Η πολιτισμική αναγέννηση της προηγούμενης περιόδου διακόπηκε, ενώ παρόμοια κάμψη χαρακτηρίζει την οικονομία και το εμπόριο. Από τις αρχές του 18ου αι. ωστόσο παρατηρείται μια σταδιακή ανάπτυξη και μια αλλαγή στην οικονομική ζωή της πόλης με τη συμμετοχή των χριστιανών σε διάφορες εμπορικές δραστηριότητες. Οι επαναστάσεις βέβαια όλη αυτήν την περίοδο δεν σταματούν δείχνοντας έτσι τον πόθο του κρητικού λαού για απελευθέρωση και ένωση με την Ελλάδα.
19ος αι. : Στις πρώτες δεκαετίες του επόμενου αιώνα η πόλη μετονομάζεται σε Ηράκλεια και αργότερα σε Ηράκλειο, όπως είναι γνωστή και σήμερα. Οι Τούρκοι μεταφέρουν την πρωτεύουσα του νησιού, στα μέσα του αιώνα, από το Ηράκλειο στα Χανιά, δίχως όμως αυτό να συνεπάγεται και την ελάττωση της δυναμικότητας του Ηρακλείου που αναπτύσσεται σε ένα από τα σημαντικότερα αστικά κέντρα της εποχής αυτής με μεγάλη εμπορική και οικονομική άνθηση. Η τελευταία σελίδα της τουρκικής κατοχής διαδραματίστηκε στο Ηράκλειο τον Αύγουστο του 1898, όταν εξαγριωμένοι Τούρκοι επιτέθηκαν και έσφαξαν εκατοντάδες άμαχους χριστιανούς και 17 Αγγλους στρατιώτες μαζί με τον Πρόξενο της Αγγλίας Λυσ. Καλοκαιρινό. Το Νοέμβριο του ίδιου έτους φεύγει από το νησί και ο τελευταίος Τούρκος στρατιώτης, ενώ τον επόμενο μήνα αποβιβάζεται στη Σούδα ο Ύπατος αρμοστής Πρίγκιπας Γεώργιος και εγκαθιδρύεται έτσι η Κρητική Πολιτεία υπό την «υψηλή προστασία» της Αγγλίας, Ιταλίας, Γαλλίας και Ρωσίας έως το 1913 οπότε επιτυγχάνεται η ένωση με την Ελλάδα.
20ος αι.: Με την αυγή του 20ου αι. αρχίζει μια νέα εποχή για την Κρήτη. Το Ηράκλειο αναπτύσσεται ραγδαία, ο πληθυσμός του αυξάνεται (φαινόμενο αστυφιλίας) και κατ' επέκταση πολλαπλασιάζονται οι στεγαστικές του ανάγκες. Και αυτά όλα πολλές φορές εις βάρος του ιστορικού χαρακτήρα της πόλης. Στο όνομα του εκμοντερνισμού, της εξέλιξης και της προόδου πολλά μνημεία του ιστορικού κέντρου της πόλης κατεδαφίζονται αλόγιστα, ενώ και τα τείχη ακόμη δέχονται επεμβάσεις μη αναστρέψιμου χαρακτήρα, καταστρέφοντας τη μορφή τους. Το ιστορικό Ηράκλειο ζει στο ρυθμό μιας μεγαλούπολης, τελευταία, όμως, γίνεται ολοένα και πιο αισθητή η ανάγκη διατήρησης δεσμών με το παρελθόν μέσα από τη συντήρηση και ανάδειξη των μνημείων, καθώς και με ένα πιο οργανωμένο, με σεβασμό στην ιστορία και στην παράδοση, ρυμοτομικό σχεδιασμό.
Κείμενο: Κάλλια Νικολιδάκη, Αρχαιολόγος Δήμου Ηρακλείου

Το κείμενο παρατίθεται τον Νοέμβριο 2003 από την ακόλουθη ιστοσελίδα του Δήμου Ηρακλείου


ΜΙΛΛΙΑΡΗΣΙ (Οικισμός) ΑΡΚΑΛΟΧΩΡΙ
  Το Μιλιαρίσι βρίσκεται στα βορειοανατολικά της πρώην κοινοτικής περιφέρειας των Παρτήρων. Στην εποχή της Βενετοκρατίας και της οθωμανοκρατίας υπήρχαν δυο χωριά: το Μιλιαρίσι Απάνω και το Μιλιαρίσι Κάτω. Του πρώτου χωριού τα ερείπια βρίσκονται λίγο μακρύτερα από το χωματόδρομο που έρχεται στο σημερινό Μιλιαρίσι από τη Ζίντα. Απέχει από το σημερινό χωριό περίπου ένας χιλιόμετρο σε βορειοανατολική κατεύθυνση. Έχει εγκαταλειφτεί από τον προηγούμενο αιώνα αφού ήδη στην απογραφή του 1881 δεν περιλαμβάνεται στους καταλόγους.
  Η πρώτη αναφορά του χωριού γίνεται στα 1261 λίγα χρόνια δηλαδή μετά τη βενετσιάνικη κατάκτηση του νησιού, πράγμα που φανερώνει ότι το χωριό κατοικούνταν κατά τη Β΄ βυζαντινή περίοδο της Μεγαλονήσου. Η θέση των χωριών πάνω στην ίδια λοφοσειρά που βρίσκεται και η Ζίντα και η Βιτσιλιά φανερώνει ότι η κατοίκηση των τόπων αυτών δεν θα πρέπει να απέχει χρονολογικά πολύ μεταξύ τους. Φαίνεται ότι οι κάτοικοι αποσύρθηκαν σε ψηλότερα σημεία για κάποιο λόγο που πρέπει να σχετίζεται με την ασφάλειά τους. Αν αυτή η υπόθεση ευσταθεί εν μέρει έστω θα πρέπει να αναζητήσουμε την κατοίκηση των χωριών αυτών τουλάχιστον στην εποχή της Αραβοκρατίας ή πρωτύτερα.
  Στην άποψη αυτή έρχεται να προστεθεί ενισχυτικά η πληροφορία ότι το χωριό αποτελούσε μια από τις serventariae της υπαίθρου και ήταν πεζικό φέουδο του Marco Gradenico. Η οικογένεια των Γραδονίκων (ή Γραδινίκων) ήταν μαζί με την οικογένεια των Βενιέρων οι πιο πολυάριθμες και πλουσιότερες οικογένειες της Κρήτης μετά τη διάλυση των άλλων μεγάλων οικογενειών που προηγήθηκαν σε υποκινήσεις επαναστάσεων και αποδεκατίστηκαν.
  Στην επανάσταση του Αγίου Τίτου «πρωτοσυνωμότης» θεωρείται ο Tito Gradenico ο οποίος μάλιστα είναι ο ένας από τους δυο προσωπικούς συμβούλους του διορισμένου Δούκα της Αυτόνομης Κρητικής Δημοκρατίας, του Marino Gradenico. Ο πρώτος φεουδάρχης του Μιλιαρισιού Marco Gradenico καταγράφεται ως μέλος του εικοσιτετραμελούς Συντακτικού Σώματος της κρητικής Δημοκρατίας του Αγίου Τίτου. Οι βενετσιάνικες πηγές παρουσιάζουν τον Μάρκο ως ένα άτομο που προκαλούσε φόβο (επίφοβο), ύπουλο και άγριο, ατίθασο και δημαγωγό. Ήταν συνεργάτης του άλλου όμοιού του και αρχιστράτηγου των κρητικών δυνάμεων Ιωάννη Καλλέργη. Ανάλαβε την αρχηγία της ανταρσίας μετά τη δολοφονία του Μarino Gradonico παίρνοντας συμβούλους τους δολοφόνους του σεβάσμιου (όπως τον αναφέρουν οι πηγές) Μαρίνου.
  Μετά την κατάπνιξη της «ανταρσίας» του Αγίου Τίτου η οργή της «Γαληνοτάτης Δημοκρατίας της Βενετίας έπεσε αλύπητη πάνω στους κρητικούς. Φυσικά τα «επίχειρα της προδοσίας» τους πλήρωσαν και οι πρωταίτιοι άρχοντες που συμμετείχαν και δεν επανέκαμψαν έγκαιρα όπως κάποιοι άλλοι. Από τους σταθερούς στο επαναστατικό αυτό κίνημα ήταν και ο Μάρκος Γραδίνικος, ο φεουδάρχης του Μιλιαρισιού, ο οποίος καταδικάστηκε σε θάνατο και τιμωρήθηκε στον δι απαγχονισμού θάνατο και σε δήμευση της περιουσίας[1] του. Η ποινή εκτελέστηκε μπροστά στην εκκλησία του Αγίου Μάρκου (στα Λιοντάρια σήμερα) το φέουδό του δημεύτηκε, όπως είχε προαναγγελθεί. Έτσι το 1368 τα κτήματα του πεζικού φέουδου στο Μιλιαρίσι βγαίνουν σε δημοπρασία και πουλιούνται. Μαζί εκποιείται και η σερβενταρία (serventaria) του φεουδάρχη.
  Δεν γνωρίζουμε τον αγοραστή του φέουδου, αλλά από τη χρονολογία αυτή και μετά δεν μνημονεύεται φεουδάρχης στο Μιλιαρίσι. Φαίνεται πως η διάλυση του φέουδου αποτέλεσε την αιτία της διάσπασης των κατοίκων σε Πάνω και Κάτω Μιλιαρίσι. Τα κτήματα του φέουδου - αυτό είναι το πιθανότερο - αγοράστηκαν από ελεύθερους χωρικούς ( contantini). Η νέα πραγματικότητα επέφερε κάποιες αλλαγές και στα θρησκευτικά πράγματα. Οι κάτοικοι του χωριού ανήκουν στο ορθόδοξο δόγμα και κατορθώνουν (ένα αιώνα περίπου αργότερα) στα 1497 να κερδίσουν την άδεια ώστε ο Νικόλαος Δοριανός από το Μιλιαρίσι να πάει εκτός Κρήτης[2] και να χειροτονηθεί (ορθόδοξος) ιερέας, υποσχόμενος ότι θα μνημονεύει τον Πάπα στις λειτουργίες που θα τελεί.
  Από την εποχή αυτή και μετά συναντάμε το χωριό σε αρκετά έγγραφα που μας δίνουν μια ικανοποιητική εικόνα για την λεπτομερέστερη γνωριμία μας με την ιστορία του χωριού. Στις απογραφές τόσο των Βενετσιάνων όσο και των Οθωμανών που ακολούθησαν αναφέρονται και τα δυο χωριά (Πάνω και Κάτω Μιλιαρίσι) με κατοίκους που ο αριθμός τους κυμαίνεται από 140 το 1583 μ.Χ. (Καστροφύλακας) μέχρι 13 (απογραφή του 1971). Ο οικισμός του Επάνω Μιλιαρισιού καταγράφεται στην απογραφή του 1834 με 1 χριστιανική και 4 μουσουλμανικές οικογένειες, αλλά όχι και σ’ αυτήν του 1881 όπου αναγράφεται ένας οικισμός Μιλιαρίσι να ανήκει στο Δήμο Αρκαλοχωρίου με 5 χριστιανούς και 25 οθωμανούς κατοίκους.
  Με την ανταλλαγή των πληθυσμών και τον ερχομό των προσφύγων εγκαταστάθηκαν και στο χωριό αυτό μικρασιάτες, οι οποίοι κατά πως δείχνει η απογραφή του 1928 προκάλεσαν νέα δημογραφική «έκρηξη» στο χωριό αφού καταγράφονται 78 κάτοικοι. Από τότε και μετά όμως αρχίζει η φθίνουσα πορεία του πληθυσμού. Σήμερα στο χωριό δεν υπάρχουν κάτοικοι, επειδή απορροφήθηκαν από τα Πάρτηρα, το μεγάλο διπλανό χωριό οι περισσότεροι, είτε από το Αρκαλοχώρι και το Ηράκλειο.
  Στα χρόνια της γερμανικής κατοχής και της Εθνικής Αντίστασης το χωριό πλήρωσε σε είδος κυρίως (διατρέφοντας τους αντάρτες και παρέχοντάς τους πληροφορίες) το χρέος του προς την πατρίδα. Έξω από το χωριό βρίσκεται γνωστή η σπηλιά - κρησφύγετο της αντάρτικης ομάδας των «Χριστοδούληδων» από τον Πατσίδερο. Οι περισσότεροι κάτοικοι ασχολούνταν με την κτηνοτροφία και αυτό προκάλεσε μερικές φορές τριβές μεταξύ των ανταρτών και των κατοίκων επειδή οι πρώτοι έπαιρναν επαναστατικώ δικαίω (έκλεβαν) τα ζώα των χωρικών. Κάποιος μάλιστα από τους κατοίκους κατηγορήθηκε ότι εξαιτίας της συχνής κλοπής των προβάτων του συνεργάστηκε με τους Γερμανούς, αποκαλύπτοντας μέλη της Εθνικής αντιστασιακής οργάνωσης των Παρτήρων με αποτέλεσμα να συλληφθούν και να εκτελεστούν δυο παλικάρια από τα Πάρτηρα[3].
  Στη νότια πλευρά βρίσκεται χτισμένο το βενετσιάνικο υδραγωγείο του χωριού (πετρόχτιστη πηγή) έργο της εποχής που το χωριό ήταν στην κυριότητα του πρώτου φεουδάρχη του. Το όνομα του χωριού ετυμολογείται είτε από το βυζαντινό νόμισμα «μιλιαρίσιον», είτε από σύνθεση του βυζαντινού επίσης πληθυντικού της λέξης «μίλιον» και της πολυσήμαντης αρχαιοελληνικής λέξης ρύσιον (= το λάφυρο, το ενέχυρο, τα λύτρα, η λύτρωση, η θυσία στους θεούς, κ.τ.λ.) οπότε η γραφή του ονόματος είναι διαφορετική.
  Η προφορική παράδοση θέλει το όνομα του χωριού να προέρχεται από ένα βυζαντινό αγώνισμα δρόμου (το μιλιαρίσιον) που είχε καθιερωθεί στα βυζαντινά χρόνια και που η απόσταση που έπρεπε να διανύσουν οι αθλητές τρέχοντας (μια παραλλαγή της παράδοσης θέλει τον αγώνα ιππικό) την απόσταση ενός μιλιαρισίου (μιλίου μικρότερου σε απόσταση από το κανονικό βυζαντινό μίλι).
[1] Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με την επανάσταση του Αγίου Τίτου, την αποτυχία, την τιμωρία των πρωταιτίων και το θάνατο του Μιλιαρισιανού φεουδάρχη θα βρει ο αναγνώστης στις σελίδες του τόμου «Ο ΔΗΜΟΣ ΑΡΚΑΛΟΧΩΡΙΟΥ ΚΑΙ Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ όπου γίνεται η λεπτομερής αναφορά της Επανάστασης.
[2] Στην Κρήτη δεν υπήρχαν επίσκοποι του ορθόδοξου δόγματος για να μπορούν οι ιερείς να χειροτονούνται στο νησί. Αναγκάζονταν, λοιπόν, κι αυτό ήταν ένα σημαντικό μέτρο εναντίον του ορθόδοξου δόγματος, να καταφεύγουν σε εκκλησιαστικούς αξιωματούχους εκτός Κρήτης (συνήθως στον Κορίνθου) για να χειροτονούνται οι ορθόδοξοι παπάδες. Κι αυτό είναι ένα στοιχείο ότι οι Βενετσιάνοι δεν πραγματοποίησαν τη δέσμευσή τους να επιτρέψουν το διορισμό ορθοδόξου επισκόπου στην επισκοπή Αγρίου όπως όριζε η συνθήκη Βενετών - Καλέργη.
[3] Στην αναφορά μας για τα Πάρτηρα καταγράφουμε το γεγονός και τα ονόματα των δολοφονημένων από τους Γερμανούς παλικαριών.

Το κείμενο παρατίθεται τον Σεπτέμβριο 2004 από την ακόλουθη ιστοσελίδα, με φωτογραφία, του Δήμου Αρκαλοχωρίου


Έχετε τη δυνατότητα να δείτε περισσότερες πληροφορίες για γειτονικές ή/και ευρύτερες περιοχές επιλέγοντας μία από τις παρακάτω κατηγορίες και πατώντας το "περισσότερα":


GTP Headlines

Λάβετε το καθημερινό newsletter με τα πιο σημαντικά νέα της τουριστικής βιομηχανίας.

Εγγραφείτε τώρα!

Αναχωρησεις πλοιων

Διαφημίσεις