Βιογραφίες ΚΙΣΣΑΜΟΣ (Πόλη) ΧΑΝΙΑ - GTP - Greek Travel Pages

Πληροφορίες τοπωνυμίου

Εμφανίζονται 11 τίτλοι με αναζήτηση: Βιογραφίες  στην ευρύτερη περιοχή: "ΚΙΣΣΑΜΟΣ Πόλη ΧΑΝΙΑ" .


Βιογραφίες (11)

Ηθοποιοί

Κατράκης Μάνος

ΚΙΣΣΑΜΟΣ (Πόλη) ΧΑΝΙΑ
, , 1908 - 1984
Μέλος του ΕΑΜ Εθνικού Θεάτρου, εξορίστηκε την περιόδο 1947-1952. Ίδρυσε το 1955 το Λαϊκό Θέατρο στο Πεδίο του Αρεως. Μεγάλος ηθοποιός με λαϊκή απήχηση, σπάνιο αγωνιστικό ήθος και εξαίσια μεταλλική φωνή αθάνατων ποιητικών λόγων.

Μουσικοί

Στέλιος Λαϊνάκης

ΚΑΛΑΘΕΝΕΣ (Χωριό) ΧΑΝΙΑ
, , 1950
  Ο Στέλιος Λαϊνάκης ανήκει στην γενιά καλλιτεχνών που «μεστώνει» σήμερα στα μουσικά πράγματα της Κρήτης. Επιστήμονας, μουσικός, οραματιστής. Μια αναμφισβήτητα μεγάλη προσωπικότητα. Γεννήθηκε το 1950 και κατάγεται από τις Καλάθενες Κισσάμου Χανίων, ένα χωριό που κρατά γερά τους δεσμούς με την γνήσια μουσικοχορευτική παράδοση. Χωριό το οποίο γέννησε σημαντικούς καλλιτέχνες όπως ο Ευθύμης Λυραντωνάκης, ο Λεφογιάννης, οι Σγουρομάλληδες, ο Γιώργης Νικολακάκης , ο Σκορδύλης κ.α. Ο Στέλιος Λαϊνάκης σίγουρα επηρεασμένος από την παράδοση του χωριού του αλλά και όλης της περιοχής ξεκίνησε να παίζει λαγούτο. Εκτός όμως από την πρόοδο του στην μουσική, σημαντική και η πρόοδος του στα γράμματα. Την δεκαετία του '70 βρέθηκε στην Ιταλία να σπουδάζει ως αρχιτέκτονας. Το μικρόβιο όμως της μουσικής είχε ριζώσει γερά μέσα του. Εκεί στη Ιταλία γνώρισε δύο από τις πλέον σημαντικές μορφές της παγκόσμιας μουσικολογίας, τον Ρομπέρτο Λεϊντί και την Τούλια Μαγκρίνι. Το ενδιαφέρον του Στέλιου για την έρευνα της μουσικής παράδοσης έδεσε με τις γνώσεις και τις εργασίες των δύο παραπάνω μουσικολόγων, έτσι ώστε και πραγματοποίησαν λεπτομερή έρευνα της κρητικής μουσικής σε καθολική έκταση του νησιού για πάνω από είκοσι χρόνια. Μετά τις σπουδές του ασχολήθηκε ως επί το πλείστον με την μελέτη και συλλογή της γνήσιας μουσικής, αλλά σημαντικές ήταν και συνεργασίες του με άλλους μεγάλους καλλιτέχνες, τόσο σε ερευνητικό όσο και σε καλλιτεχνικό επίπεδο. Τεχνίτης λαγουτιέρης με άριστο πρίμο παίξιμο, αλλά επίσης με την ίδια δεξιοτεχνία χειρίζεται και το μπουλγαρί. Το τραγούδι του άκρως παραδοσιακό που γυρνάει τις μνήμες στα παλιά καλά χρόνια, στους παλιούς και γνήσιους τραγουδιστάδες. Παθιασμένος με την μουσική, συντρόφευσε με τις πενιές του τον αείμνηστο δάσκαλο Μιχάλη Κουνέλη, τον Κωστή Παπαδάκη ή Ναύτη, τον Μανιό, τον Φώτη Κατράκη και πλήθος παλιών αλλά και νέων βιολιστών. Ιδιαίτερα με τον Κωστή Παπαδάκη ή Ναύτη εμφανιστήκαν μαζί σε δεκάδες εκδηλώσεις στο εξωτερικό, αλλά μαζί πορεύθηκαν και στις έρευνες για την μουσική παράδοση. Ενεργό μέλος του συλλόγου παραδοσιακής μουσικής νομού Χανίων «Ο Χάρχαλης», αγωνίστηκε για τα δικαιώματα των καλλιτεχνών και του κύρους της μουσικής της δυτικής Κρήτης. Συμμετείχε σε δεκάδες ηχογραφήσεις δίσκων, κυρίως με τον Ναύτη, αλλά ακόμα και σε κατά καιρούς συλλογές που εκδόθηκαν. Αριστος γνώστης των παλαιών πρότυπων συρτών σύμφωνα με τις πατρότητες τους. Σήμερα ο Στέλιος Λαϊνάκης συνεχίζει ακούραστος το έργο του, διατελεί πρόεδρος του συλλόγου παραδοσιακής μουσικής νομού Χανίων «Ο Χάρχαλης». Μαχητής, γνήσιος, μια λαμπρή και άξια παρουσία στο κρητικό μουσικό στερέωμα.

Κώστας Βασιλάκης
Το κείμενο παρατίθεται τον Οκτώβριο 2004 από την ακόλουθη ιστοσελίδα, με φωτογραφία, της cretan-music.gr


Κουτσουρέλης Γιώργης

ΚΙΣΣΑΜΟΣ (Πόλη) ΧΑΝΙΑ
, , 1914 - 1994
[Αυτοβιογραφικό σημείωμα (αποσπάσματα). Εκφωνήθηκε στο Πανεπιστήμιο Κρήτης σε τιμητική εκδήλωση το 1982]
"...Γεννήθηκα το 1914 στην Κίσσαμο και μεγάλωσα στην ίδια επαρχία, όπου ήταν και είναι ζωντανή η κρητική λαϊκή μουσική. Η μουσική με συγκινούσε από μικρό παιδί, όπως τους περισσότερους νέους της εποχής μου, ιδιαίτερα όμως η κρητική μουσική ριζώθηκε μέσα μου κι αυτό ίσως γιατί ο πατέρας μου ήταν ένας από τους σημαντικότερους οργανοπαίκτες (λαγουτιέρης) της εποχής του.
  Εκτός όμως από τον πατέρα μου πάρα πολλά άτομα της οικογένειας Κουτσουρέλη έπαιζαν διάφορα όργανα, λαούτα, λύρες, βιολιά και μαντολίνα. Μάλιστα κι εγώ στα πρώτα μου βήματα άρχισα με το μαντολίνο και θυμάμαι που οι δάσκαλοί μου στο Δημοτικό Σχολείο χόρευαν στις εκδρομές που τους έπαιζα, για να μην αναφερθώ στην παιδική μου ηλικία (4-5 ετών), που πάρα πολλές φορές χρησιμοποιούσα την σκούπα της μάνας μου δήθεν για μαντολίνο, η οποία με μάλωνε και μου 'παιζε και καμιά στο χέρι γιατί χαλούσα τις σκούπες.
  Εν συνεχεία ασχολήθηκα σοβαρά με το λαούτο του πατέρα μου και με τη δική του βοήθεια σε ηλικία 10 χρονών ήμουνα ήδη ένας σωστός λαουτιέρης. Σε λίγο διάστημα, και συγκεκριμένα στα 12 χρόνια μου, ήμουν ένας τέλειος επαγγελματίας και περιζήτητος συνεργάτης από τους κορυφαίους βιολιτζήδες και λυράρηδες της εποχής εκείνης, όπως π.χ. ο Νικ. Χάρχαλης, ο Γ. Μαριάνος, ο Νικ. Κουφιανός κ.λπ.
  Σε ηλικία 16 ετών ηχογράφησα τους πρώτους μου δίσκους στην «Κολούμπια» με τον Γ. Μαργιάνο βιολί και Αλέκο Καραβίτη λύρα, αργότερα δε και πάντοτε πριν από τον πόλεμο, έγραψα κι άλλους δίσκους με το Γεώργιο Μαργιάνο, ως και ατομικά δικά μου με σόλο λαούτο.
...Το έτος 1939 μαζί με τον Καραβίτη παίξαμε για πρώτη φορά και σαν αντιπρόσωποι όλης της Κρήτης κρητική μουσική από τον Ραδιοφωνικό Σταθμό Αθηνών.
...Μετά τον πόλεμο συνέχισα την επαγγελματική μου δράση με συνθέσεις δικές μου και με την επανάληψη στα πατροπαράδοτα κισαμίτικα συρτά, τα οποία εξακολουθώ να λατρεύω και να τα μεταδίδω σ' όποιον συνάδελφο με πλησιάζει.
  Στους μεταπολεμικούς μου δίσκους έχω συνεργασθεί με το Ν. Σαριδάκη (Μαύρο) βιολί και κυρίως με τον αδελφό μου Στέλιο με σόλο λαούτα και τραγούδι. Τα κομμάτια αυτά ήταν συνθέσεις δικές μου και σε συνεργασία και του αδελφού μου Στέλιου. Τραγουδιστές χρησιμοποίησα τον Χρήστο Κορωνιωτάκη και Θεοχάρη Τζινευράκη, οι οποίοι σήμερα δεν είναι στη ζωή. Μάλιστα πρέπει να σημειώσω με καμάρι ότι ο πρώτος μεταπολεμικός μου δίσκος ήταν το «Χίτλερ να μην το καυχηθείς...», που έκαμε τότε μεγάλο ντόρο.
  Κατά το έτος 1949 προς 1950 ηχογράφησα μία ατομική μου σύνθεση με τίτλο «Αρμενοχωριανός Συρτός», η οποία είχε μεγάλη επιτυχία, εκίνησε την προσοχή και το ενδιαφέρον και των μεγάλων μουσικών και αργότερα χρησιμοποιήθηκε ως βάσις από τον κ. Μίκη Θεοδωράκη για τη μουσική επένδυση της ταινίας «ΖΟΡΜΠΑΣ» και παρουσιάστηκε ως δική του δήθεν σύνθεσις.
  Από το έτος 1950 έως και 1958 εγώ και τ' αδέλφια μου, δηλαδή τα τρία αδέλφια Γιώργης, Μανώλης και Στέλιος Κουτσουρέλης, εκπροσωπήσαμε υπεύθυνα ολόκληρη τη μουσική της Κρήτης μέσω του Εθνικού Ιδρύματος Ραδιοφωνίας Αθηνών με δύο εκπομπές την εβδομάδα, «Κρητικό Μεσημέρι» και «Κρητική Βραδυά». Το σήμα της εκπομπής μας, όπως θα το θυμούνται πολλοί ακόμη, ήταν: Τη μουσική της Κρήτης μας, π' όλος ο κόσμος θέλει, σας την παρουσιάζουνε τ' αδέλφια Κουτσουρέλη. Κατά την ίδια περίοδο, είχα ατομική υπεύθυνη εκπομπή στο Ραδιοφωνικό Σταθμό Χανίων με τον τίτλο «Κρητικοί Μουσικοί Περίπατοι».
  Κατά το έτος 1958 εγκαταλείψαμε τις εκπομπές αυτές λόγω θανάτου του αδελφού μας Μανώλη.
  Κατά την ίδια περίοδο και πριν από το θάνατο του αδελφού μας τούτου, είχα ηχογραφήσει δύο δίσκους στην Κολούμπια. Συνεργάστηκα με τον Κώστα Μουντάκη και Γιώργη Τζιμάκη, που ήταν συνεργάτες της εκπομπής μας. Μάλιστα πρέπες να σημειώσω εδώ ότι σ' ένα από τα κομμάτια μιας επιτυχίας μου με τίτλο «Νέος Καστελλιανός Συρτός» ο Κώστας Μουντάκης σημείωσε τρομακτική επιτυχία τόσο στη λύρα όσο και στο τραγούδι. Ετράβηξε πολύ την προσοχή του κοινού, ώστε δεν είναι υπερβολή να λεχθεί ότι, ενθαρρυνθείς με αυτή την επιτυχία (διότι ήταν και ο πρώτος δίσκος με τον οποίο άρχισε την καριέρα του) προχώρησε εμπρός με θάρρος και αυτοπεποίθηση, μετέπειτα δε με την ικανότητά του και τη σκληρή δουλειά του, κατόρθωσε να διακριθεί και να μεσουρανήσει.
  Λόγω του πένθους εγκατέλειψα επί αρκετά χρόνια το επάγγελμα και ξαναγύρισα ύστερα από απαίτηση και μεγάλη πίεση των φίλων μου και του ευρύτερου κοινού μετά από δεκαετία περίπου. Μετά την επάνοδό μου στην ενεργό δράση ηχογράφησα με αρκετή επιτυχία την σύνθεση, που την δεύτερη φορά δώσαμε τίτλο "Κρητικό Συρτάκι", το "Αγρίμι-Αρωμα" (συρτά) με σόλο λαούτα και τραγούδι δικό μας.
  Κατά το έτος 1974 αρχίσαμε μία συνεργασία με τον αείμνηστο Νίκο Ξυλούρη, για ένα μεγάλο δίσκο με 12 τραγούδια. Επειδή όμως μια τέτοια δουλειά απαιτούσε χρόνο πολύ, αναγκάστηκα να διακόψω και με σκοπό να συνεχίσω αργότερα. Έτσι από τα κομμάτια της τότε συνεργασίας μας εκυκλοφορήσαμε ένα μικρό μόνο δίσκο με δύο τραγούδια, το «Νενέ μου» που παίζω σόλο λαούτο και τραγουδεί ο Ξυλούρης και το «Μπαρμπούνι» όπου συμμετέχει με τη λύρα. Δυστυχώς λόγω της ασθενείας και του θανάτου του δεν κατέστη δυνατόν να ολοκληρώσωμε την εργασία που αρχίσαμε.
  Σ' ένα δικό του δίσκο (του Ν. Ξυλούρη) με τίτλο «Τα που θυμούμαι τραγουδώ», που τον είχαμε αρχίσει πριν 2-3 χρόνια, με παρακάλεσε κι εγώ του επέτρεψα κι έβαλε το «Νενέ μου» και μία από τις τελευταίες τότε επιτυχίες μου, «Κρουσταλλοβραχιονάτη μου», με μουσική και στίχους αποκλειστικά δικούς μου.
  Προτού τελειώσω το βιογραφικό μου σημείωμα, πρέπει να υπογραμμίσω ότι με τον Νικόλαο Χάρχαλη έχω κάμει πρόχειρες ηχογραφήσεις σε πομπίνα όταν ήταν 87-88 ετών, τις οποίες πολλοί έχουν ηχογραφήσει και αντιγράψει σε κασσέτες -όχι εμπορεύσιμες- που παρά την ηλικία του είχαν αρκετή επιτυχία (μετά από λίγο καιρό πέθανε).
  Επίσης πρέπει να σημειώσω ότι όμοιες ηχογραφήσεις έκαμα (σόλο λαούτο) με το Νικόλαο Τσέγκα, ο οποίος ήταν πάρα πολύ σωστός τραγουδιστής, πλην όμως δεν μπορούσε να χρησιμοποιηθεί σε επίσημη εργασία, διότι τη φωνή του δεν την τραβούσε το μικρόφωνο, ίσως γιατί έκανε αρκετή χρήση οινοπνεύματος και τσιγάρου.
  Τέλος, σημειώνω ότι κατά καιρούς είχα πολλές προσκλήσεις από το εξωτερικό, πλην για διάφορους οικογενειακούς λόγους δεν πήγα ποτέ..."
  Ο Γιώργης Κουτσουρέλης πέθανε στις 18 Ιουνίου 1994.

Πηγή: Αθανάσιου Π. Δεικτάκη, "Χανιώτες Λαϊκοί Μουσικοί που δεν υπάρχουν πια", Καστέλι Κισάμου 1999.
Το κείμενο παρατίθεται τον Οκτώβριο 2004 από την ακόλουθη ιστοσελίδα, με φωτογραφίες, της cretan-music.gr


Στέλιος Κουτσουρέλης

, , 1924 - 2003
  Στην Κρήτη υπήρξαν μεγάλες μουσικές οικογένειες που κράτησαν ψηλά τα σκήπτρα της μουσικής μας παράδοσης. Οι Κουτσουρέληδες υπήρξαν ας πούμε μουσικοί «από κούνια». Από πάππου προς πάππου, από γενιά σε γενιά, πλήθος οργάνων πέρασε από τα χέρια αυτής της οικογένειας. Ο Αντρέας Κουτσουρέλης από το Αρμενο Χωριό Κισσάμου ήταν ένας παλιός τεχνίτης λαγουτιέρης. Την αγάπη του για την μουσική την μετέδωσε στα παιδιά του. Ο Γιώργης, ο Μανώλης, ο Στέλιος. Ο Στέλιος Κουτσουρέλης γεννήθηκε το 1924 στο Καστέλλι Κισσάμου και εκεί μεγάλωσε με τα ακούσματα του πατέρα του και της παλιάς γενιάς των καλλιτεχνών της περιοχής. Μαζί με τα αδέρφια του πορεύθηκε στα μουσικά μονοπάτια της εποχής εκείνης. Η τέχνη βέβαια του Γιώργη ήταν αξεπέραστη, όμως και ο Στέλιος έπαιζε γλυκά και απλά, είχε ήχους που ταιριάζανε τόσο στον χαρακτήρα του, όσο και στην μουσική ιδιομορφία των τοπικών μοτίβων. Από τα γλέντια στο οικογενειακό καφενεδάκι, στα γλέντια της κρητικής υπαίθρου. Αγαπούσε όμως και τα γράμματα και για αυτό τον λόγο τελείωσε και το γυμνάσιο. Η φωνή του ήταν όμορφη και στρωτή. Αλλωστε για τον λόγο αυτό ήταν ο κύριος τραγουδιστής στους δίσκους του Γιώργη Αγρίμι, Μπαρμπούνι, Φουρνιανός, Συρτάκι, Φιλεντέμ, Κρουσταλλοβραχιωνάτη κ.α. Από τα γλέντια στα ραδιοφωνικά στούντιο μαζί με τα αδέρφια του παρουσίαζαν τις αξέχαστες εκπομπές που πρόβαλλαν την κρητική μουσική σε όλη την Ελλάδα. Με τον θάνατο όμως του αδερφού τους Μανώλη το 1958 σταμάτησαν και οι εκπομπές αλλά και η καλλιτεχνικές τους δραστηριότητες.
  Ο Στέλιος Κουτσουρέλης εκτός από λαγουτιέρης και τραγουδιστής ήταν και άριστος συνθέτης. Ο κλάσσικός πλέον Εννιαχωριανός συρτός έχει μείνει στην μουσική ιστορία του τόπου. Ηχογραφήθηκε με το λαγούτο του Γιώργη, με την λύρα του Κώστα Μουντάκη και με το τραγούδι του Στέλιου. Όταν πρωτάκουσε τον συρτό αυτό ο γίγαντας της κρητικής μουσικής, ο Νικολής Χάρχαλης, του απέδωσε τα εύσημα που μόνο ένας μεγάλος δάσκαλος μπορεί: «Μπράβο Κουτσουρελάκι μικιό, λεβεντιά το σερτουλάκι σου».
  Ο Στέλιος Κουτσουρέλης διορίστηκε στην Τράπεζα της Ελλάδος όπου και σταδιοδρόμισε επαγγελματικά. Στην Αθήνα με κάθε ευκαιρία συνεργάστηκε με πολλούς βιολάτορες και λυράρηδες και πρόσφερε τις υπηρεσίες του στο κρητικό στοιχείο της πρωτεύουσας. Το 1998 όμως υπέστη βαρύ εγκεφαλικό επεισόδιο με αποτέλεσμα να κουβαλάει αυτή του την παραπληγία μέχρι το καλοκαίρι του 2003 που έφυγε από την ζωή. Αλλο ένα μεγάλο κεφάλαιο της μουσικής μας άφησε, αλλά το έργο του σίγουρα θα μείνει ζωντανό για τις ερχόμενες γενιές.

Κώστας Βασιλάκης
Το κείμενο παρατίθεται τον Οκτώβριο 2004 από την ακόλουθη ιστοσελίδα της cretan-music.gr


Κώστας Παπαδάκης (Ναύτης)

, , 1920 - 2003
  Ο Κώστας Παπαδάκης (Ναύτης) γεννήθηκε στο Καστέλλι Κισσάμου το 1920. Ήταν γιoς του παλιού μεγάλου βιολάτορα Βασίλη Παπαδάκη ή Κοπανίδη. Ο Κώστας Παπαδάκης σε ηλικία 5 ετών φεύγει από την Κίσσαμο και εγκαθίσταται μόνιμα στην πόλη των Χανίων. Σε ηλικία 7 ετών πρωτοπιάνει ένα βιολί γκουρνέριους του 1710 όπου το είχε φέρει ένας πρόγονος του από την Ιταλία και το οποίο βρίσκεται ακόμα στην κατοχή του. Αυτό λοιπόν έμελλε να είναι και το όργανο της ζωής του.
  Πρώτος του δάσκαλος ο πατέρας του αλλά και όλοι οι μεγάλοι μουσικοί της εποχής του όπως ο Χάρχαλης, ο Κουφιανός, ο Μαριάνος, όπου τα ακούσματα τους σημάδεψαν την ψυχή του μικρού Κώστα. Σε ηλικία μόλις 9 ετών κάνει το πρώτο του γλέντι στους Λάκκους Κυδωνίας. Το 1933 ο Κώστας Παπαδάκης συναντά τον μεγάλο Στρατή Καλογερίδη στο Ηράκλειο, όπου αυτή η συνάντηση σημαδεύει την μετέπειτα πορεία του. Κατά τη θητεία του στο ναυτικό, ο Κωστής Παπαδάκης έπαιζε πάντα με την ναυτική στολή. Από 'κεί λοιπόν του έμεινε και το παρατσούκλι "Ναύτης".
  Το 1938 καθώς βρισκόταν στην Αθήνα, εγκρίνεται από το τότε ραδιοφωνικό σταθμό Αθηνών η παραχώρηση εβδομαδιαίας εκπομπής. Κατά την περίοδο του Β' Παγκοσμίου πολέμου ο Κώστας Παπαδάκης επιστρέφει στην Κρήτη. Από το 1959 έως και το 1976 ζει στο εξωτερικό όπου διαπρέπει και μεταφέρει στους απόδημους Κρήτες τις νοσταλγικές μελωδίες της Κρήτης και συγχρόνως προωθεί και προβάλει την κρητική μουσική στις εκατοντάδες εμφανίσεις του. Από το 1976 κατοικεί μόνιμα στα Χανιά και είναι ακούραστο μέλος του συλλόγου μουσικής νομού Χανίων "Ο Χάρχαλης". Είχε διακριθεί με διάφορα βραβεία από τον Δήμο Χανίων, τον Δήμο Ηρακλείου και από διάφορα πολιτιστικά σωματεία. Η πρώτη του ηχογράφηση γίνεται το 1938. Έκτοτε έχει κυκλοφορήσει πολλούς δίσκους με δικές του συνθέσεις αλλά και με διασκευές. Μερικές από τις πολλές συνθέσεις του είναι ο "Νέος Σεληνιώτικος συρτός", "Κουστογερακιώτικος συρτός', "Συρτός του Ναύτη", "Ροδοπιανός", "Συρτός της Αυγής", "Χαιρεθιανός συρτός", "Νέος Γραμπουσιανός συρτός" κ.α. Και όπως λένε οι ειδικοί, δεν "βγαίνει γλέντι" σήμερα χωρίς να ακουστούν έστω και 10 σκοποί του Ναύτη. Εκτός όμως από μοναδικός δεξιοτέχνης και συνθέτης, ο Κώστας Παπαδάκης ήταν και άριστος γνώστης της παράδοσης. Πολλοί οι αγώνες του για την μετάδοση και διάσωση της γνήσιας κρητικής μουσικής, οι εμφανίσεις του στο εξωτερικό πολλές (Φλωρεντία, Μιλάνο, Αυστραλία, Αμερική, Γαλλία κ.λπ.) και βέβαια η επισφράγιση μιας πολύχρονης έρευνας με το βιβλίο "Κρητική Λύρα, ένας μύθος" του 1989. Ο Κώστας Παπαδάκης είχε παίξει μεγάλο ρόλο στην εκμάθηση του βιολιού, καθώς είναι πολλοί οι μαθητές του που συνεχίζουν την μακραίωνη παράδοση του τόπου μας. Μέχρι και το θάνατο του, ο Κώστας Παπαδάκης συνέχιζε να παλεύει για την διάσωση των γνήσιων μορφών της μουσικής μας. Με το παίξιμο του που σπανίζει στις μέρες μας , αλλά και με την πολύχρονη προσφορά του στα μουσικά δρώμενα της Κρήτης, σίγουρα κατέχει μια από τις πρώτες θέσεις στο πάνθεον των μεγάλων μουσικών που σημάδεψαν την πορεία και την εξέλιξη της γνήσιας παραδοσιακής μουσικής. Αυτός λοιπόν είναι ο Κώστας Παπαδάκης "Ναύτης". Ο δεξιοτέχνης, ο συνθέτης, ο διασκεδαστής, ο συγγραφέας, μα πάνω απ' όλα μια ατόφια κρητική παρουσία. "Εφυγε" σε ηλικία 83 ετών...

Κώστας Βασιλάκης
Το κείμενο παρατίθεται τον Οκτώβριο 2004 από την ακόλουθη ιστοσελίδα, με φωτογραφία, της cretan-music.gr


Νικηφόρος Μαυροδημητράκης

ΜΑΡΕΔΙΑΝΑ (Οικισμός) ΧΑΝΙΑ
, , 1868 - 1945
  Ο Νικηφόρος Μαυροδημητράκης ανήκει στην παλιά φρουρά των μουσικών της Κρήτης, των μουσικών της χαροκοπιάς και του ατόφιου κρητικού γλεντιού.
  Τα χρόνια που ο Νικηφόρος έλαμψε με την παρουσία του σίγουρα φαντάζουν μακρινά και ρομαντικά. Και όμως τότε η κρητική ψυχή γλεντούσε και βίωνε χαρές και πάθη.
  Ο Νικηφόρος Μαυροδημητράκης γεννήθηκε το 1868 στα Μαρεδιανά Κισσάμου, μια γραφική γειτονιά έξω από τα Καλλεργιανά. Το όργανό του; Λύρα. Ίσως ο μοναδικός ονομαστός λυράρης της Κισσάμου εκείνη την εποχή. Την εποχή που δέσποζαν τα βιολιά και ο Ματζουράνας, ο Καναρίνης, ο Μαριαναντρίκος, ο Τριτοκιόρος, ο Βουρογιάννης κ.α. Και όμως, κατάφερνε να αποδίδει τα παλιά κισσαμίτικα συρτά με μοναδική δεξιοτεχνία, παρόλο που σε αυτούς τους δύσκολους σκοπούς η λύρα μειονεκτεί σε σχέση με την τεχνική του βιολιού. O Νικηφόρος ήταν μουσικός και μόνο. Αυτό ήταν το κύριο επάγγελμα του, το κύριο εισόδημα του.Έφυγε για μερικά χρόνια στην Αθήνα, να παίξει και εκεί για τους απόδημους Κρήτες. Γρήγορα όμως ξαναγύρισε πίσω στο αγαπημένο του χωριό, στα φιλικά και μεγάλα γλέντια. Απόκτησε τρία παιδιά, δύο κόρες και ένα γιό. Ο γιός δεν ήταν άλλος από τον αείμνηστο δεξιοτέχνη του λαγούτου, τον Σταύρο Μαυροδημητράκη. Στα γλέντια έπαιζε με τα λαγούτα του Σγουρομάλλη κυρίως, του Γεωργακάκη κ.α. Μεγάλη και δραστήρια η παρουσία του στα κρητικά γλέντια, άφησε όμως και μια όμορφη σύνθεση στην μουσική μας. Τον Συρτό του Νικηφόρου το 1912. Μια μελωδία όμορφη, παρόλο που δυστυχώς σήμερα τείνει να ξεχαστεί από τους νεώτερους καλλιτέχνες.
  Όπως έζησε όμορφα και ταπεινά, έτσι και έφυγε από την ζωή, το 1945. Ο Νικηφόρος από τα Μαρεδιανά, ο λυράρης, μια σεμνή παρουσία.

Κώστας Βασιλάκης
Το κείμενο παρατίθεται τον Οκτώβριο 2004 από την ακόλουθη ιστοσελίδα, με φωτογραφία, της cretan-music.gr


Σταύρος Μαυροδημητράκης

, , 1900 - 1989
  Ο Σταύρος Μαυροδημητράκης ήταν από τους πρώτους σολίστες λαγουτιέρηδες της κρητικήςμουσικής.Τότε που το λαγούτο "κεντούσε" πενιές και μελωδίες, τότε που το πασαδόρικο παίξιμο ήταν παντελώς άγνωστο, χάριν... ενορχήστρωσης που λέμε σήμερα, τότε λοιπόν ο Σταύρος Μαυροδημητράκης δόξασε αυτό το όργανο, αλλά δοξάστηκε και ο ίδιος.
  Γεννήθηκε το 1900 στα Μαρεδιανά Κισσσάμου. Ήταν γιός του παλιού λυράρη, του Νικηφόρου Μαυροδημητράκη. Επηρεασμένος από τον πατέρα του, ακολούθησε τα μονοπάτια της μουσικής. Όχι όμως με λύρα, αλλά με μαντολίνο στην αρχή. Δέκα χρονών ήταν σαν πρωτόπιασε το μαντολίνο με βοήθεια ενός συγχωριανού του. Γρήγορα όμως έδειξε την κλίση του στο λαγούτο και ήδη στα δεκαπέντε του ήταν ένας τεχνίτης λαγουτιέρης, παρά το νεαρό της ηλικίας του. Τα ακούσματα των λαγουτιέρηδων της εποχής του, του Ανδρέα Κουτσουρέλη, του Παπαδογιώργη, του Βαρδή Γεωργακάκη κ.α. ήταν σημαντικά στην μετέπειτα πορεία του. Με τον πατέρα του στην αρχή "ζύγιασε" τις πενιές του, αλλά κατόπιν η συνεργασία του με τον Νικολή Χάρχαλη ήταν πολύ σημαντική. Μαζί ηχογράφησαν και δίσκους. Όταν δεν έπαιζε λαγούτο ήταν βοηθός ενός ντερμιτζή στο Καστέλλι Κισσάμου. Ακόμα και στην Μικρά Ασία επιστρατεύτηκε για να προσφέρει τις υπηρεσίες του. Έπαιξε με πολλούς καλλιτέχνες της εποχής εκείνης, με τον Γιώργη Μαριάνο, με τον Κουνελοκωστή, με τον Νικολή Κατσούλη (Κουφιανό), με τον Ζερβό κ.α. Στην Αθήνα που ανέβηκε συνεργάστηκε με πλήθος μουσικών στην ταβέρνα "Τα Χανιά" του Ευτύχη Μπασιά. Στην Αθήνα γνωρίστηκε με τον μεγάλο λυράρη, τον Αλέκο Καραβίτη όπου μαζί αποτέλεσαν ένα πολύ καλό δίδυμο και μαζί έγραψαν αρκετούς δίσκους. Ακόμα συνεργάστηκε με πλήθος λυράρηδων, όπως ο Γιώργης Μουζουράκης, ο Θανάσης Σκορδαλός κ.α. Σημαντική όμως η συνεργασία του με τον αείμνηστο δάσκαλο, τον Κωστή Μουντάκη. Σημαντική τόσο σαν συνεργασία, όσο και σαν φιλία.
  Στον Πειραιά, στους πρόποδες του Προφήτη Ηλία, ο Σταύρος Μαυροδημητράκης έζησε όλα του τα χρόνια, χωρίς όμως να κάνει οικογένεια. Αριστοκρατική εμφάνιση, λεβεντιά και παράστημα. Παντού, σε όλες τις εκδηλώσεις των Κρητών του λεκανοπεδίου πρόσφερε τις υπηρεσίες του, αλλά και στο εξωτερικό ακόμα. Αλλά η αγάπη του για την Κρήτη και την Κίσσαμο ήταν τόσο μεγάλη έτσι ώστε να πραγματοποιεί συνεχή ταξίδια για το αγαπημένο του νησί. Πάντα ομολογούσε την αγάπη του για το πρόσωπο του Νικολή Χάρχαλη, παρόλο που οι συνεργασίες του ήσαν πολλές με άλλους μουσικούς. Αυτόν όμως θεωρρούσε σαν "κορφή" της μουσικής παράδοσης.
  Τα τελευταία χρόνια, αποτραβηγμένος από την ενεργό δράση, άκουγε τους νεώτερους λαγουτιέρηδες και συλλογιζόταν το μέλλον αυτού του οργάνου. Δεν του άρεσαν οι πασαδόροι, οι άτεχνοι και μονότονοι λαγουτιέρηδες που κρυβόντουσαν πίσω από τους ήχους της λύρας. Έλεγε χαρακτηριστικά "το λαγούτο παίζει πενιά, αλλιώς ανε δε θές πενιά, άμε να παίξεις κιθάρα". Του άρεσε πολύ η μουσική της δυτικής Κρήτης. Πολλοί τον θυμούνται να παίζει έναν αγαπημένο σκοπό, τον Μαρεδιανό συρτό του Μανιατογιάννη, σκοπό που είχε το όνομα του χωριού του. Τον έπαιζε και δάκρυζε... Βραβεύτηκε από διάφορα σωματεία, ξεχωριστό όμως το βραβείο του συλλόγου Κρητών Πειραιώς "Η Ομόνοια", το οποίο βραβείο του παρέδωσε ο φίλος και συνεργάτης του, ο Κωστής Μουντάκης. Ο Σταύρος Μαυροδημητράκης, ο κορυφαίος αυτός λαγουτιέρης, αυτή η μοναδική τέχνη, πέθανε σε ηλικία ογδόντα εννέα ετών το 1989 στον Πειραιά.

Κώστας Βασιλάκης
Το κείμενο παρατίθεται τον Οκτώβριο 2004 από την ακόλουθη ιστοσελίδα, με φωτογραφία, της cretan-music.gr


Ιωάννης Αντωνογιαννάκης (Μαντζουράνας)

ΜΕΡΑΔΑ (Οικισμός) ΚΙΣΣΑΜΟΣ
, , 1836 - 1928
  Ο Ιωάννης Αντωνογιαννάκης (Μαντζουράνας) είναι από τους καλλιτέχνες που σήμερα τους αποκαλούμε ρίζα. Και πραγματικά είναι μια ρίζα στο δέντρο της κρητικής μουσικής παράδοσης. Από τους πλέον παλαιότερους που γίνεται κουβέντα σήμερα, αλλά και από τους πλέον θρυλικούς μουσικούς που το όνομα τους σήμερα ακούγεται σαν ιερή προσευχή.
  Ο Ιωάννης Αντωνογιαννάκης γεννήθηκε το 1836 στην Μεράδα, μια γραφική και μικρή γειτονιά των Λουσακιών Κισσάμου Χανίων. Περιοχή η οποία είναι δεμένη με την παράδοση, μιας και εκεί πρωτοπαίχθηκε ο συρτός, αλλά και φυτώριο πολλών καλλιτεχνών και χορευτών. Η ματζουράνα, αυτό το αρωματικό φυτό της λουσακιανής γλάστρας, έδωσε το παρατσούκλι στον καλλιτέχνη, ο οποίος πάντα είχε ένα κλαδάκι στο αυτί του. Ο Ματζουράνας λοιπόν όπως έμελλε να λέγεται, ήταν ένας βιολάτορας μιας εποχής που σήμερα φαντάζει πολύ μακρινή. Εποχή των ατελείωτων γλεντιών και των γνήσιων γλεντηστάδων. Τραγουδούσε αρκετά καλά, κυρίως τα ριζίτικα και έπαιζε σωστά και ρυθμικά. Ήταν καθαρά άνθρωπος της παρέας και του γλεντιού. Παλιοί χορευτές που σήμερα πατάνε τα 95 και τα 100 τους χρόνια, μας λένε ότι ο Ματζουράνας κατέβαζε τον ουρανό στα πόδια των χορευτών. Ήταν ένας ακούραστος μουσικός και για αυτό το λόγο έπαιζε μέχρι τα βαθειά του γεράματα σε διάφορα γλέντια, μέχρι να φύγει από τη ζωή. Ο λόγος βέβαια, πολύ απλός. Έκανε άνετη και ξεκούραστη ζωή. Πλην του βιολιού και του γλεντιού, ουδεμία άλλη ασχολία τον ευχαριστούσε, ούτε κάν η αγροτική ζωή και το βιός του. Είπαμε, ήταν άνθρωπος ταγμένος μόνο στην μουσική.
  Ήταν πολύ φιλόξενος, πάντα στο σπίτι του ο ξένος έβρισκε ένα πιάτο φαγητό, ένα ποτήρι κρασί και βέβαια άκουγε μια δοξαριά του Γαλουβιανού συρτού. Μαθητής του Ματζουράνα υπήρξε ο μεγάλος βιολάτορας Κουνελοκωστής, πατέρας του αείμνηστου δάσκαλου του βιολιού και της κισσαμίτικης παράδοσης, Μιχάλη Κουνέλη. Ο Ματζουράνας παντρεύτηκε δυό φορές, έκανε τέσσερα παιδιά , εγγόνια και δισέγγονα, από τα οποία σήμερα αντλούμε πηγές. Ο Ματζουράνας έπαιξε σε πολλά γλέντια τόσο στην Κίσσαμο, όσο και στις περιοχές του Σελίνου, της Κυδωνίας και της πόλης των Χανίων.
  Μεγάλο όμως και το έργο που μας αφήνει. Πέντε εκλεκτές συνθέσεις αποδίδονται σήμερα στον Ματζουράνα. Συρτός του Ματζουράνα το 1884, Μαλαθυριανός συρτός το 1889, Κεραμοθιανός συρτός το 1905, Κόντρα συρτός το 1908, Βουβιανός συρτός το 1912. Μελωδίες οι οποίες σήμερα εξακολουθούν να συναρπάζουν και να παίζονται πολύ συχνά. Χαρακτηρίζονται για το πάθος τους και για λεβεντιά τους. Το βιολί του Ματζουράνα σίγησε το 1928. Ακούγεται όμως ακόμα στις πλαγιές και τα υψώματα του Λουσακιανού τοπίου. Κόντρα μου πάει η ζωή, κόντρα κι εγώ τση πάω, στου Ματζουράνα το σκοπό κόντρα θα τραγουδάω...

Κώστας Βασιλάκης
Το κείμενο παρατίθεται τον Οκτώβριο 2004 από την ακόλουθη ιστοσελίδα, με φωτογραφία, της cretan-music.gr


Μανώλης Καρτσωνάκης (Καρτσώνης)

ΠΟΛΥΡΡΗΝΙΑ (Χωριό) ΧΑΝΙΑ
, , 1929
  Αλλος ένας βετεράνος μουσικός προστίθεται στην μεγάλη λίστα των καλλιτεχνών του νησιού μας. Ο Μανώλης Καρτσωνάκης είναι από τους κορυφαίους λαγουτιέρηδες της μεταπολεμικής εποχής κυρίως. Γεννήθηκε το 1929 στην Πολυρρήνια Κισσάμου και κατάγεται από τα Καρφιανά Κισσάμου, μια μικρή και γραφική γειτονιά κοντά στην παλαιά πολιτεία της Πολυρρήνιας.
  Από μικρός έδειξε την κλίση του στην μουσική. Στα μαθητικά του χρόνια έπαιζε μαντολίνο και διασκέδαζε τους συμμαθητές του και τους συγχωριανούς του. Ήταν ανηψιός του αειμνήστου δασκαλου, του Μιχάλη Κουνέλη, παρόλο που ήταν σχεδόν συνομήλικοι. Μαζί με τον Μιχάλη Κουνέλη αποτέλεσαν μια από τις πλέον θρυλικές ζυγιές του νομού Χανίων για παραπάνω από σαράντα χρόνια. Αγαπητός και αποδεκτός από όλους ο Μανώλης Καρτσωνάκης, άξιος συνεργάτης του Μιχάλη Κουνέλη. Έπαιξε ακόμα και με πολλούς άλλους βιολάτορες των Χανίων (Μαύρος, Χριστοφοράκης, Γουβεράκης κ.α.). Τεχνίτης μοναδικός, πρίμο και σόλο λαγούτο, πενιές και δεξιοτεχνικά πατήματα και το τραγούδι του άκρως λεβέντικο. Ο Μανώλης Καρτσωνάκης ήταν αδελφός με τον αείμνηστο Βασίλη Καρτσωνάκη, αυτό το μοναδικό «αηδόνι» της Κισσάμου. Μαζί με τον αδελφό του, τον Μιχάλη Κουνέλη, τον Γρηγόρη Μαθιουδάκη και τον Στέλιο Λαϊνάκη εμφανίστηκε στην Φλωρεντία της Ιταλίας το 1997, στα πλαίσια μουσικού φεστιβάλ, όπου και με τους παραπάνω απέσπασε τα καλύτερα σχόλια. Ο Μανώλης Καρτσωνάκης επηρεάστηκε από τους κορυφαίους λαγουτιέρηδες της εποχής του (Μαυροδημητράκης, Κουτσουρέλης, Λεφάκης) και με αυτά τα λαμπρά παραδείγματα «κέντησε» τις πενιές του, χωρίς ποτέ να πάρει τη θέση του «πασοδόρου», αλλά μία γνήσια μουσική έκφραση και τέχνη.
  Συνεργάστηκε και βοήθησε τα νέα βλαστάρια της μουσικής μας στα πρώτα τους βήματα (Περικλής Τζουγανάκης, Θοδωρής Πολυχρονάκης κ.α.) δίνοντας απλόχερα την τέχνη του και τις γνώσεις του στην νέα γενιά.
  Ο Μανώλης Καρτσωνάκης ζει σήμερα στην Κίσσαμο και αναπολεί τις παλιές καλές εποχές, εποχές που ο ίδιος τις βίωσε και τις ένοιωσε, εποχές που τις μεταδίδει στις νεώτερες γενιές.

Κώστας Βασιλάκης
Το κείμενο παρατίθεται τον Οκτώβριο 2004 από την ακόλουθη ιστοσελίδα, με φωτογραφία, της cretan-music.gr


Μιχάλης Κουνέλης

, , 1928 - 1999
  Αν ο Χάρχαλης έμεινε σαν δόξα διασώζοντας τα συρτά, αν ο Τσέγκας έγινε θρύλος, αν ο Κουτσουρέλης έγραψε ιστορία και ο Μαριάνος έγινε υπόδειγμα, ο Μιχάλης Κουνέλης υπήρξε ο τελευταίος συγκροτημένος κρίκος στη χρυσή αλυσίδα του μουσικού πολιτισμικού γίγνεσθαι στην Κίσσαμο. Πολύπλευρος και πολυτάλαντος, δεν ήταν μόνο βιολάτορας και τραγουδιστής, αλλά και ανεκδοτολόγος και άνετος αφηγητής, αστείος και ευχάριστος τύπος με δυνατή μνήμη, διακριτικότητα και κρίση.
(Χαράλαμπος Ανουσάκης
μουσικός, ερευνητής)
  Ο Μιχάλης Κουνέλης γεννήθηκε στις 21 Δεκεμβρίου 1928 (γραμμένος στα μητρώα 19.1.1929) στα Καρφιανά Πολυρρήνειας. Πατέρας του ήταν ο μεγάλος μουσικός Κουνελοκωστής, ένας από τους κορυφαίους της εποχής του.
  Σε μια συνέντευξη που είχα μαζί του πριν από λίγες μέρες μου έλεγε: «Οταν θα πω τη λέξη Λουσακιές γεμίζει το στόμα μου, είμαι περήφανος, γιατί η καταγωγή μας ουσιαστικά είναι λουσακιανή. Στο Γαλουβά γεννήθηκε ο πατέρας μου, ο παππούς μου και από τις Λουσακιές κατάγεται και η μητέρα του πατέρα μου, το γένος Μαραγκουδάκη.»
  Σχολείο πήγαινε στην Πολυρρήνεια, που το διέκοψε στην τετάρτη Δημοτικού λόγω του Πολέμου το 1940. Το ταλέντο του φάνηκε όταν ήταν μικρός. Επειδή το βιολί του πατέρα του ήταν μεγάλο και δεν μπορούσε να παίξει, του αγόρασε μια λύρα από τον Αλιφιεροστελιανό (Λιμπινιανά Λουσακιών).
  Στο Δημοτικό Σχολείο με τον ανηψιό του Μανώλη Κατσωνάκη (είχαν σχεδόν την ίδια ηλικία) ήταν το μουσικό δίδυμο. Τις περισσότερες μέρες του σχολείου αντί για βιβλία κρατούσαν τα μουσικά όργανα.
  Σε ηλικία 9 ετών ο πατέρας του του αγόρασε καλύτερη λύρα, από τον Ροδουσάκη Κυριάκο, πατέρα του Γιώργου Ροδουσάκη. «Στην ηλικία αυτή» όπως έλεγε «έπαιξε παληκαρίσια». Σε ηλικία 10 χρόνων ο πατέρας του του αγόρασε ένα βιολί από τον Τζανουδάκη Αντώνη από το Πάνω Παλιόκαστρο. Το πρώτο του επίσημο γλέντι έγινε τα Χριστούγεννα του 1942 στο γάμο του Μανώλη Βαρουχάκη, με κουμπάρο τον Γεώργιο Κουτσουρέλη και συνεργάτη τον Μανώλη Καρτσωνάκη. Όμως το πρώτο του γλέντι είχε γίνει την παραμονή της Πρωτοχρονιάς του 1939 στο γάμο του Μανώλη Κατσικανδαράκη από την Καμάρα. Καλεσμένος για να παίξει ήταν ο πατέρας του ο Κουνελοκωστής, αλλά, επειδή δεν έβρισκε λαγουτιέρη, πήρε το γιο του και τον συνόδευσε με τη λύρα του. Σε πολλά γλέντια εκείνη την εποχή το δεύτερο όργανο ήταν η λύρα.
  Ο Μιχάλης Κουνέλης και ο Μανώλης Καρτσωνάκης ήταν και είναι το αξέχαστο δίδυμο της κρητικής μουσικής. Τους είχαν βγάλει «τα Καρφιανάκια» ή «Κουνελάκια».Το 1957 αρραβωνιάστηκε την Μαρία Ειρηνάκη από την Πολυρρήνεια και τον Οκτώβριο του ίδιου έτους παντρεύτηκαν. Σταθμός στη ζωή του, που τον ανέδειξε ως καλλιτέχνη, ήταν η μετάβασή του στην Αθήνα. Πήγε το 1957 και έμεινε μέχρι το 1982. Έπαιξε μαζί με τον αγαπητό του φίλο Παναγιώτη Καστάνη.
  Ήταν το μοναδικό βιολί που έπαιζε στην Αθήνα και η αγάπη του κόσμου ήταν μεγάλη. Όπως ο ίδιος έλεγε, ήταν ο «χρυσός αιώνας» της κρητικής μουσικής η περίοδος εκείνη. Στην Αθήνα έγραψε και το μοναδικό του δίσκο, με τον Παναγιώτη Καστάνη. Έχει γράψει όμως και αρκετές κασέτες στο Καστέλι στο στούντιο του Ιωάννη Σταματάκη, το οποίο έχει συμβάλει σημαντικά στη διάδοση της κρητικής μουσικής.
  Το πρώτο ταξίδι του με τον Μιχάλη Πολυχρονάκη έγινε στις 20 Νοεμβρίου 1981. Καλεσμένοι από την Παγκρήτια Αδελφότητα της Νέας Υόρκης. Κάθησαν μέχρι και τις 27 Ιανουαρίου 1982. Στη διάρκεια της παραμονής των έπαιξαν σε διάφορες πόλεις της Αμερικής. Στην Αμερική έκανε συνολικά 8 ταξίδια, με πολύ μεγάλη επιτυχία. Έχει επίσης γυρίσει όλη την Ελλάδα και διάφορα μέρη της Ευρώπης. Η φήμη του ξεπέρασε τα τοπικά σύνορα και όπου υπάρχει Κρητικός τον γνωρίζει και τον ακούει μέσα από δίσκους και κασέτες. Ωστόσο, το σημαντικότερο, το αξιολογότερο και ανεκτίμητο έργο του είναι το έργο του ως δασκάλου... Μέσω των μαθητών του κατέκτησε το πρώτο και το δεύτερο βραβείο (Παπαδάκης Μιχάλης και Χαρτζουλάκης Δημήτρης) [...]
  Ο Μιχάλης Κουνέλης έφυγε από τη ζωή στις 8 Σεπτέμβρη του 1999.

Κώστας Βασιλάκης, Θοδωρής Ρηγινιώτης
Το κείμενο παρατίθεται τον Οκτώβριο 2004 από την ακόλουθη ιστοσελίδα, με φωτογραφίες, της cretan-music.gr


Νικόλαος Χαρχαλάκης (Χάρχαλης)

ΧΑΡΧΑΛΙΑΝΑ (Οικισμός) ΧΑΝΙΑ
, , 1884 - 1974
  Ο Νικόλαος Χάρχαλης (το πραγματικό του όνομα ήταν Νικόλαος Χαρχαλάκης) γεννήθηκε το 1884 στα Χαρχαλιανά Κισσάμου του νομού Χανίων, περιοχή με μεγάλη με μεγάλη μουσική παράδοση, που είχε αναδείξει πολλούς και σπουδαίους μουσικούς.
  Υπήρξε ένας από τους μεγαλύτερους σολίστες του βιολιού στη δυτική Κρήτη και η καλλιτεχνική παρουσία του σφράγισε έντονα και για πολλές δεκαετίες τη μουσική συνείδηση του λαού της περιοχής των Χανίων.
  Η πιο πλούσια και καρποφόρα από πλευράς καλλιτεχνικής δραστηριότητας περίοδος για το Χάρχαλη ήταν από το 1910 έως το 1940. Την περίοδο αυτή, και συγκεκριμένα το 1928, με συνεργάτη το σπουδαίο λαουτιέρη της εποχής εκείνης Σταύρο Μαυροδημητράκη ηχογράφησε τον πρώτο του δίσκο, που περιείχε δύο περίφημα συρτά: τον "Χανιώτικο" και τον "Αποκορωνιώτικο συρτό", που σήμερα θεωρούνται κλασικά και οι συγκεκριμένες δισκογραφικές τους εκτελέσεις θεωρούνται από τις πιο αξιόλογες εμπεριέχουν δε και το σπουδαίο και ιδιόμορφο τραγούδι του Χάρχαλη. Η προσφορά του στη μουσική μας παράδοση υπήρξε μεγάλη και γι' αυτό ο Σύλλογος Μουσικών Χανίων "Ο Χάρχαλης" τον τίμησε δίνοντας το όνομά του στην επωνυμία του Συλλόγου.
  Ο Χάρχαλης έζησε όλα του τα χρόνια στο χωριό του μέχρι τα βαθιά γεράματα που πέθανε σε ηλικία 90 χρονών το 1974. (από τους «Πρωτομάστορες», Κασσετίνα 10 δίσκων, Αεράκης ΚΜΕ)
  Υπάρχει η άποψη ότι το ταλέντο είναι μια μορφή κληρονομιάς. Όπως και μια άλλη άποψη ότι είναι αποτέλεσμα παιδείας και καλλιέργειας. Ο Νικολής Χάρχαλης είχε κληρονομήσει το μουσικό ταλέντο από τους προγόνους του, αλλά και το καλλιέργησε στην πορεία. Από τους λίγους μουσικούς που το όνομα τους σήμερα παραπέμπει σε ιερό ευαγγέλιο. Τον είπαν πρωτομάστορα, δάσκαλο, θεμέλιο λίθο, θρύλο. Ίσως όλα αυτά μαζί. Το ψεγάδι στο παίξιμο του ήταν μια λέξη ανύπαρκτη. Ο ίδιος, ποτέ με έπαρση, φρόντιζε να χαμηλώνει τους τόνους και τις οξείες που συνόδευαν το όνομα του. Τα Χαρχαλιανά Κισσάμου, μια πολύ μικρή γειτονιά, γέννησαν μια τόσο μεγάλη μορφή. Το 1884 γεννήθηκε και εκεί πέθανε. Ποτέ δεν αποχωρίστηκε το χωριό του, παρόλο που η οικονομική του άνεση του επέτρεπε να κατοικήσει ακόμα και σε μεγάλη πόλη. Ο πατέρας του ήταν από τους καλύτερους τραγουδιστές και χορευτές της εποχής του. Ίσως από εκεί να κληρονόμησε την ομορφιά της φωνής του. Η μητέρα του καταγόταν από τον Αερινό Κισσάμου και ήταν αδελφή του μεγάλου βιολάτορα, του Φελεσογιάννη. Η μουσική όπως καταλαβαίνουμε ήταν ριζωμένη βαθειά στο σπιτικό του Χάρχαλη. Τα ακούσματα, την εποχή που ήταν παιδί, ήσαν γνήσια και καθαρά. Οι μουσικοί της περιοχής, ένας κι ένας: Ματζουράνας, Κιόρος Γ', Μανιατογιάννης, Καναρίνης, Βουρογιάννης, Φελεσογιάννης, Νικηφόρος Μαυροδημητράκης, Ανδρέας Μαριάνος, Μπαλαμπός, Παλιμέτης, Καραγκιουλές κ.α. Όλοι αυτοί ώθησαν τον Χάρχαλη ώστε να ασχοληθεί ενεργά με την παραδοσιακή μουσική. Πρωτόπιασε, μαθητής ακόμα του δημοτικού, μια αυτοσχέδια λύρα και την σκάλιζε ώστε να μάθει τους πρώτους σκοπούς. Γρήγορα όμως πήρε ένα βιολί. Οι βάσεις του γερές. Ο Φελεσογιάννης και κατόπιν ο Παλιμετάκης ήταν οι πρώτοι του δάσκαλοι. Μαζί τους έμαθε την τέχνη του βιολιού και τους παλιούς αθάνατους σκοπούς. Αλλά και τα ακουστικά παραδείγματα από τους άλλους βιολάτορες ήταν επίσης σημαντικά. Όλα αυτά τα επεξεργαζόταν με μεγάλη λεπτομέρεια και σιγά σιγά άρχιζε να βγάζει και να σχεδιάζει τον δικό του προσωπικό ήχο, το δικό του παίξιμο.
  Δεν άργησε να βγει στα γλέντια. Το όνομά του μαθεύτηκε πολύ γρήγορα από τον κόσμο. Τα καλέσματα πύκνωσαν και ο ίδιος άρχισε πλέον να καταλαβαίνει ότι ο κόσμος τον ήθελε. Η Κίσσαμος πλέον ήταν πολύ μικρή για να χωρέσει το ταλέντο του. Έπαιξε και στις άλλες επαρχίες του νομού Χανίων και η απήχηση ήταν και εκεί η ίδια. Τα κύρια χαρακτηριστικά του ήταν τα εξής: Ποτέ δεν βγήκε έξω από τα μέτρα (χρόνος) του συρτού. Οι μαντινάδες του ταίριαζαν με τον χορευτή και με τον σκοπό που έπαιζε. Χώριζε την μαντινάδα και στο τελείωμα του σκοπού έλεγε την επόμενη χωρίς να βγεί από τα μέτρα. Ήταν λαρυγγόφωνος, τραγουδούσε πολύ δυνατά και ψηλά έτσι ώστε να ακούγεται σε όλους, ιδιαίτερα τότε που τα μηχανήματα και τα μικρόφωνα ήταν ανύπαρκτα. Ποτέ δεν παρεκτράπηκε, δεν μέθυσε, δεν παρεξηγήθηκε με κανέναν κατά την διάρκεια του γλεντιού του. Αποχωριζόταν το πάλκο μόνο για να κατέβει στην τάβλα να τραγουδήσει με τον κόσμο ή όταν ήθελε να χορέψει με την συνοδεία μόνο του λαγούτου. Και ένα λαμπρό χαρακτηριστικό ακόμα . Ποτέ δεν έπαιζε τον ίδιο σκοπό δεύτερη φορά, το ρεπερτόριο του άλλωστε ήταν πλουσιότατο.
  Ποτέ δεν ονόμαζε τον εαυτό του συνθέτη, συνθέτες θεωρούσε όλους τους παλαιότερους. Όμως με την σειρά του και αυτός άφησε στην μουσική μας δύο κλασσικότατους συρτούς, τον Συρτό του Χάρχαλη ή Χαρχαλιανό το 1914 και τον Θερισσιανό ή Χαρχαλίστικο το 1923, συρτό αφιερωμένο στους Θερισσιανούς πολεμιστές της επανάστασης του 1905. Όταν δεν είχε γλέντια, η αυλή του γέμιζε από μικρά παιδιά που ήθελαν να μάθουν βιολί κοντά στον λαμπρό μουσικό. Σπάνιες όμως αυτές οι ανάπαυλες, ο Χάρχαλης έλειπε συνεχώς στα γλέντια, από την Κίσσαμο και το Σέλινο, μέχρι τα Κερεμειά και τα Σφακιά, μέρες ολόκληρες, εβδομάδες. Η περιουσία που απέκτησε ήταν σημαντική, την οποία και διαχειρίζονταν η γυναίκα του και τα παιδιά του.
  Στα γλέντια του τον συντρόφευσαν με τις πενιές τους ο Σταύρος Μαυροδημητράκης, ο Γιώργης Κουτσουρέλης, ο Βασίλης Σκευάκης, ο Αντώνης Κλεινάκης, ο Στεφανής Λιονάκης, ο Λέφας κ.α.
  Η παρουσία του στην δισκογραφία ξεκινά το 1928, μαζί με τον Σταύρο Μαυροδημητράκη, όπου ηχογραφεί και τραγουδά τον Χανιώτικο συρτό σημειώνοντας τότε μεγάλη επιτυχία. Ο Χάρχαλης στην κορυφή της δόξας του όμως θα βιώσει μια μεγάλη στενοχώρια. Οι κοινωνικές καταστάσεις και η κουλτούρα τότε του κόσμου ήταν αυστηρά εμπόδια στις ερωτικές σχέσεις των ανθρώπων. Αυτή την νοοτροπία την πλήρωσε με την ζωή του ο μονάκριβος γιός του Χάρχαλη. Από τότε σταμάτησαν τα γλέντια, το βιολί βουβάθηκε, ο Χάρχαλης έπεσε με μελαγχολία. Πολλά χρόνια πέρασαν όσπου να το ξαναπιάσει. Οι παρακλήσεις ήταν πολλές, αλλά ακόμα μεγαλύτερη η δίψα του Χάρχαλη για την μουσική. Ξανάπιασε το βιολί, όχι όμως για να παίζει στα μεγάλα γλέντια, μόνο για τα φιλικά του πρόσωπα, για τους συγγενείς και πιο πολύ για τον ίδιο του τον εαυτό. Ασχολήθηκε πολύ με την έρευνα των παλιών συρτών. Τα μάζεψε, τα έβαλε σε σειρές, διατήρησε τις γνήσιες πατρότητες τους και τα διέδοσε στους νεώτερους του μουσικούς. Ποτέ δεν κατηγόρησε κάποιον καλλιτέχνη, πάντα είχε κάποιο καλό λόγο να πεί για όλους. Την εποχή που ο ίδιος μεσουρανούσε, ο Γιώργης Μαριάνος ήταν το άλλο μεγάλο όνομα. Πολλά ειπώθηκαν για τις σχέσεις τους, ο Χάρχαλης όμως πάντα παραδεχόταν την αξία του Μαριάνου χωρίς ποτέ να τον κατηγορήσει.
  Στο καφενείο του Γιώργη Κουτσουρέλη ο Χάρχαλης έπαιζε αρκετά συχνά για τις φιλικές παρέες μέχρι τα γεράματα του που αποτραβήχθηκε στο χωριό του.
  Στις αρχές της δεκαετίας του '70, λίγο καιρό πρίν φύγει από την ζωή, ηχογράφησε μαζί με τον Γιώργη Κουτσουρέλη και τον Μανώλη Γαλάνη μια σειρά από ερασιτεχνικές πομπίνες με παλιά κισσαμίτικα συρτά. Ο Χάρχαλης έδωσε μια σωστή και άριστη γραμμή τόσο στο παίξιμο του βιολιού, όσο και στην απόδοση των τοπικών μουσικών μοτίβων (συρτά/πεντοζάλι/ρουμαθιανή σούστα). Οι Χανιώτες καλλιτέχνες, βαθειά αισθανόμενοι την προσφορά του, έδωσαν στον σύλλογο τους το όνομα του μεγάλου μουσικού.
  Ο Χάρχαλης παρόλες τις ταλαιπωρίες και τις στενοχώριες, έζησε πολλά χρόνια, στα ενενήντα του αποχαιρέτησε τον κόσμο, εκεί που τον γνώρισε, εκεί τον άφησε, στα Χαρχαλιανά, όπου και αναπαύεται. Μια μεγάλη μορφή, ένας καλλιτέχνης υψηλού επιπέδου και ήθους, μια κολώνα της κρητικής μουσικής.

Κώστας Βασιλάκης
Το κείμενο παρατίθεται τον Οκτώβριο 2004 από την ακόλουθη ιστοσελίδα, με φωτογραφίες, της cretan-music.gr


Έχετε τη δυνατότητα να δείτε περισσότερες πληροφορίες για γειτονικές ή/και ευρύτερες περιοχές επιλέγοντας μία από τις παρακάτω κατηγορίες και πατώντας το "περισσότερα":


GTP Headlines

Λάβετε το καθημερινό newsletter με τα πιο σημαντικά νέα της τουριστικής βιομηχανίας.

Εγγραφείτε τώρα!

Αναχωρησεις πλοιων

Διαφημίσεις